Tag Archives: thought

Thought #112: We wanted to be the sky

10 Jan

We wanted to be the sky

but he intended for you to be the earth;

and in the earth you found yourself

as well as in the heavens –

for we dug deep in the soil to bury our regrets

and you rose above all, lest we forget

we wanted to be the sky

Advertisements

Thought #111: and morning, and afternoon…

11 Feb

Το πιο δύσκολο από τα δύσκολα είναι το να καταλάβεις. Οι άνθρωποι συνήθως δεν καταλαβαίνουν. Το τι σκέφτεσαι και το τι λες. Οι άνθρωποι καταλαβαίνουν ό,τι θέλουν εκείνοι να καταλάβουν. Αυτό που λέμε “ζούνε στον δικό τους κόσμο”.

Αν δεν μπεις μέσα στο μυαλό του άλλου, αν δεν σκίσεις τη σάρκα του στα δύο να ξεδιπλώσεις τον εγκέφαλό του, να καταβροχθίσεις τις μνήμες του και να χωνέψεις όλα τα όσα σκέφτεται, ποτέ δεν θα καταλάβεις.

Άνοιξε το δικό μου κεφάλι και άνοιξε το στόμα μου, έβγαλε τη γλώσσα μου έξω και εκείνη του μαρτύρησε τα μυστικά μου. Ποτέ μην εμπιστεύεσαι τη γλώσσα. Λέει τα όσα δεν λες να καταλάβεις.

“Θα υπάρξει κι άλλο βράδυ;” “Και πρωί, και μεσημέρι…”

Το βράδυ εκείνο έμαθε να με καταλαβαίνει και με κατάλαβε απόλυτα. Δεν είχε πλέον άνθρωπο μπροστά του, ούτε σάρκα, είχε ένα ξετυλιγμένο κουβάρι από μυαλά, ένα μάτσο κύτταρα που είχαν σκορπίσει στο καλογυαλισμένο πάτωμα.

Την επόμενη μέρα, εγώ στεκόμουν αιμόφυρτος, μια ανοιχτή πληγή χωρίς αισθήσεις και χωρίς καμία κατανόηση. Ίσως να φταίει που δεν είχα πια μυαλό στη θέση του. Τα ημισφαίρια χωρίστηκαν και πήραν το καθένα τον δικό του δρόμο.

Κι έτσι και έμεινα, κομμένος στα δύο, χωρίς ιδέα του τι γίνεται. Κι όμως, εκείνος με κατάλαβε και ήξερε ποιος είμαι, και γω δεν ήθελα να μάθω.

Μυαλό δεν έβαλα και δεν θα βάλω. Το μόνο που θέλησα ήταν να καταλάβω.

Όταν πεθαίνεις, το καταλαβαίνεις;

Thought #110: acknowledgement

14 Jan

Την είδα στις φωτογραφίες. Εκείνη. Εσένα. Εκείνη που ήταν ίδια εσύ. Εσένα που είσαι ίδια με εκείνη. Εκείνη για την οποία δε μου μίλησες ποτέ και γω δεν ρώτησα ποτέ τίποτα. Πάντα ήθελα να ξέρω. Να γνωρίζω τα πάντα. Πες το περιέργεια. Είμαι φρικτός.

Αλλά κατάλαβα. Κατάλαβα πολλά για σένα και σ’ αγάπησα ακόμη περισσότερο. Κατάλαβα εκείνες τις νύχτες που δεν σε καταλάβαινα, κατάλαβα γιατί σου άρεσε κι εσένα να αυτοτιμωρείσαι και γιατί εκείνη σε τιμώρησε, με τις πληγές στα σωθικά σου αόρατες με το γυμνό μάτι, ακόμη κι όταν έδειχνες αψεγάδιαστο το γυμνό κορμί σου.

Δεν είναι μόνο ο πόνος που μπορεί να νιώθεις ακόμη, μετά από τόσα χρόνια. Είναι που είσαι και συ σαν και μένα. Ακόμη κι αν η δική σου “υποκρισία” δεν είναι όπως η δική μου. Ξέρεις να κρύβεις τον πόνο, ξέρεις να φοράς σωστά το χαμόγελο. Τα πας περίφημα.

Σ’ αγαπώ γιατί είσαι και συ ένα λάθος. Ένα τέρας ηθοποιίας. Μια παράσταση που στήνεται μπροστά σ’ ένα τυφλό κοινό. Έλα να τους τρομάξουμε παρέα.

Thought #109: end of the road

4 May

3ed4f1faac5a08f7594822241e6f2723

ξέρεις κάτι;
στο τέλος του δρόμου δεν έχει φανάρια-
σταματημό δεν έχει
απλά φεύγεις, χάνεσαι, ξεμακραίνεις

στο τέλος του δρόμου έχεις μόνο δύο επιλογές:

προχωράς, συνεχίζεις, πέφτεις
ή
γυρίζεις πίσω, επιστρέφεις

Μα τη ζωή σου όμως ποτέ δεν προχωράς και ίδιος ποτέ δεν επιστρέφεις

περπατούσαμε μαζί ως το τέλος του δρόμου κι εγώ δεν καταλάβαινα
εσύ δεν μου ‘δωσες ποτέ να καταλάβω
περπατούσαμε κι ήμασταν πλάι-πλάι, λίγα μόλις εκατοστά να μας χωρίζουν
κι ας μην ήσουν στο ύψος μου, κι ας σ’ έβλεπα από ψηλά – στα μάτια μου
ήσουν ψηλότερος

ο δρασκελισμός μου γινόταν ολοένα και μικρότερος
τα πόδια μου δεν παραμέριζαν καθόλου πια

θέλησα να σταματήσω εκεί, να πέσω, να με ρουφήξει η άσφαλτος
θέλησα να φυσήξει ένας άνεμος που θα με έφερνε και πάλι στα μισά του
δρόμου

στο τέλος του δρόμου ευχήθηκα ο δρόμος να μη σταματήσει ποτέ να
ξετυλίγεται μπροστά μας
μα είχες ήδη φτάσει στον προορισμό σου
κι εγώ απόφαση δεν είχα πάρει

Ο χρόνος για τους εξωγήινους (ένας εσωτερικός μονόλογος)

3 Aug

Image
Σύμφωνα με τον Λένο, τον Χρηστίδη, ήθελα να δηλώσω εξ αρχής ότι μιλάω για τον Λένο, γιατί, μεταξύ μας, γνωρίζω και έναν άλλον Χρηστίδη, μπορεί να τον γνωρίζετε και εσείς, αυτόν που ξέρω και εγώ ή κάποιον άλλον, είναι καλό να δίνουμε και το όνομα μαζί με το επώνυμο, είναι καλό γιατί έτσι ξεχωρίζουμε οι άνθρωποι, από το όνομα. Αν και πάλι, θα μου πεις, αν τον έλεγαν Κώστα; Τόσοι Κώστηδες υπάρχουν, πώς θα ξεχώριζε; Ε, είναι που πάει πακέτο και με το επώνυμο, μην κοιτάτε εμάς εδώ στην ευφάνταστη φαμέλια που δυο αδέλφια βγάλαν τα παιδιά τους -και τα δύο- με το ίδιο όνομα και πάμε και μεις πακέτο, αλλά μιλάμε σαν τα δίδυμα Θ.Μ. ο ένας, Θ.Μ. κι ο άλλος, Μ.Μ. η μία, Μ.Μ κι η άλλη. Έλεγε λοιπόν ο Λένος, ανέφερε δηλαδή στο βιβλίο του, πως εμείς οι Έλληνες είμαστε όλο εσωτερικούς μονολόγους. Έξω γίνονται πράγματα κι εμείς το χαβά και τον εσωτερικό μας μονόλογο. Η αλήθεια είναι, πως ισχύει. Δηλαδή κι ο φίλος μου ο Τσι απ’ το Χονγκ Κονγκ πολύ πιθανά να μιλάει με τον εαυτό του στα καντονέζικα, τα οποία έχουν 9 τονικότητες, σαν νότες φανταστείτε, αν πεις “μα” με μία από τις 9 μπορεί να τον βρίζεις τον άλλον, δηλαδή αν πεις “μα” στον τόνο του φα δίεση ασούμε μπορεί να σημαίνει “σουγκαμότομαγκαζάκι”. Και δεν θα ‘θελε κανείς μας να το κάνει αυτό, γιατί θα τον πουν ρατσιστή, που βρίζουμε τους ξένους. Και δεν είναι καιρός για ρατσιστικά σχόλια, είδατε τι έγινε. Στο τουήτερ. Κι ούτε καιρός για τουήτερ είναι.

Ευτυχώς να λέω που μιλάω μόνος μου, τα λέω όλα από μέσα μου, τα βγάζω κι όλα από μέσα μου, αλλά εδώ. Πιο έξω μου δεν γίνεται, γιατί θα με παρεξηγήσουν, αν δεν με περάσουν για τρελό, το πιο πιθανό να μην μπορέσουν να με παρακολουθήσουν, κι ούτε αυτό το θέλω. Σκέφτομαι μήπως τελικά υπάρχουν εξωγήινοι και είμαι ένας απ’ αυτούς, πάντοτε ήθελα να ξεχωρίζω αλλά βαθιά μέσα μου πιστεύω κι αυτό που είχε γράψει κι ο Palahniuk (πλέον θα φαντάζω πολύ μορφωμένος και πολυδιαβασμένος, μα φευ κι εδώ είναι το ζουμί, θα φτάσω στη συνέχεια στο ζουμί) “Τίποτα από εμένα δεν είναι αυθεντικό. Είμαι η συνδυασμένη προσπάθεια όλων όσων έχω γνωρίσει.” κάπως έτσι. Γιατί στο Γυμνάσιο είχα αλλάξει τον τρόπο γραφής μου και υιοθέτησα της Χ., που μου άρεσε περισσότερο. Και την ίδια περίοδο άρχισα να λέω την ατάκα “χεεει, καραγκιόζη”, σε φωνή Τζ.. Κι όταν τέλειωσα το σχολείο, και πήγα τις πρώτες μου διακοπές σαν “ενήλικας”, έκλεψα το ανέκδοτο με τις πουτάνες από τη Λ. και το είπα έκτοτε σε εκατοντάδες ανθρώπων, ίσως κι εσείς να το έχετε ακούσει. Είμαι κλέφτης κατά βάση.

Το μόνο που δεν μπορώ να ξε-κλέψω, είναι χρόνος. Αλλά τι έλεγα; Ίσως είμαι εξωγήινος, αυτό θέλω να το τελειώσω, γιατί βλέπετε δεν τελειώνω σχεδόν ποτέ ό,τι αρχίζω. Ίσως είμαι από άλλο γαλαξία, γι’ αυτό δε με καταλαβαίνουν. Με κοιτάνε σα χαζό, με στόματα που χάσκουν και μάτια γουρλωμένα, αλλά όχι “πω, τι είπες τώρα”, περισσότερο “Χριστέ μου ο τύπος πρέπει να έχει κάποιου είδους καθυστέρηση, πού τον βρήκαμε; Δεν βγάζει κανένα νόημα!”. Συνήθως με βάζουν να τα λέω αργά ή να μην τα λέω καθόλου ή “πες τα απλά, λίγα λόγια, το ψαχνό και γρήγορα”. Στη δουλειά συνήθως συμβαίνει αυτό. Μα πίστευα πως είναι καλό να είσαι τρελός σ΄αυτή τη δουλειά. Δεν θέλω να υπονοήσετε πως είμαι πανέξυπνος, το σίγουρο είναι πως είμαι χαζός και τελικά δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε. Η Β. βέβαια έχει πει πως “αφού δεν θέλεις να τους πληγώσεις λέγοντάς τους πως δεν κατάλαβαν”. Κάπου τελοσπάντων στην πορεία το χάνουμε. Εκατέρωθεν.

Ο χρόνος είναι αμείλικτος λοιπόν, είχα γράψει και παλιότερα πως στα 30 μου θα ήθελα να είμαι σούπερ επιτυχημένος, φτασμένος, με δικό μου σπίτι κτλ κτλ. Τίποτα από όλα αυτά δεν ισχύει. Μακάρι να πραγματοποιηθούν ως τα 40 όμως. Μακάρι. Από το παρεάκι της σχολής, εγώ-Β-Κ, μόνο η Β. δουλεύει πια σα μηχανικός και πρέπει να κάνει πολύ καλή δουλειά, γιατί όλο δουλεύει. Εγώ, αφήστε με εμένα… Η Κ., επέλεξε τον δρόμο του διδακτορικού. Όλοι πια στη σχολή μου θα γίνουν διδάκτορες κι ένα σπίτι δεν θα χτίσουν. Όπως κι εγώ. Μακάρι δηλαδή.

Ξέφυγα.

Χθες βράδυ, έσβησε το λάπτοπ μου. Τσαφ, μαύρισε η οθόνη, έπαιζα Sim City Social, αν παίζετε κι εσείς να γίνουμε φίλοι, εγώ δεν έχω ιδέα τι γίνεται, δεν θέλω να μάθω, θα σπαταλήσω κι άλλη, πολύτιμη ώρα. Κι ας είναι μονάχα λεπτά. Κλικάρω πέρα δώθε κλικ, κλικ και ξεπετάγονται από καλοσχηματισμένα κτίρια λεφτούδια και κουτούδια, αστεράκια και κεραυνοί. Κτίρια που δεν θα φτιάξω ποτέ. Μάλλον. Αλλά είναι, κάποια, πολύ όμορφα. Και μιας και έσβησε λοιπόν το λάπτοπ, λέω: Καιρός να διαβάσω!

Το διάβασμα είναι μία τόσο ωραία ασχολία. Διαβάζω. Λατρεύω τις λέξεις, τη σειρά τους, τις θέσεις των γραμμάτων, τις γλώσσες όλες. Αλλά δεν διαβάζω πια όσο θα ήθελα. Ένα βιβλίο τη βδομάδα τουλάχιστον. Εφικτό. Εφικτότατο. Αλλά μας έχει φάει το ίντερνετ. Και οι σειρές κι ο κινηματογράφος και τα σόσιαλ μύδια. Γιατί;

Για μένα καλοκαίρι είναι ηρεμία. Χαλάρωση, καμία έγνοια. Αυτές τις μέρες έχω άδεια. Κι είναι ευκαιρία να ξαναδιαβάσω. Αμ δε. Το ίντερνετ, οι ταινίες, οι σειρές, ο αιώνιος εσωτερικός και εξωτερικός συναγωνισμός να δούμε πρώτοι απ’ όλους κάτι και να κοκκορευτούμε γι’ αυτό. Χαλάρωσε. Μα… (το μα σε λα ελάσσονα, σα να λέει “στεναχωριέμαι”).

Βγήκα στο μπαλκόνι και άνοιξα το βιβλίο μου. Το πραγματικό βιβλίο, με τις σελίδες, το χάρτινο, το απτό. Πόσο μου είχε λείψει. Το αεράκι με έκανε να αισθάνομαι πως είμαι σε κάποια παραλία. Άκουγα τους ήχους από τη γειτονιά, τον παραμικρό ήχο. Το καλοκαίρι είναι όλα τόσο ήρεμα. Κι ας γάβγιζαν τα σκυλιά της γειτονιάς, κι ας έπαιζε από κάπου απέναντι κάποιος ηλεκτρική κιθάρα. Όλα ήταν μουσική. Βέβαια, ο κάποιος, μεταξύ μας, δεν έκανε και την καλύτερη δουλειά. Έχω μουσικό αυτί εγώ. Ή και όχι. Ίσως οι εξωγήινοι έχουν άλλη ακουστική. Κι αισθητική. Και γλώσσα επικοινωνίας. Κι άκουγα τον κάποιο να παίζει και κάποιες νότες θα τις ήθελα πιο… ρευστές. Όχι τόσο κοφτές. Όχι γκρουκ. Γκρακ. Γκρουκ. Ρευστές, μελωδικές, να ρέουν από τις χορδές. Στα riffs όμως, έτσι δεν τα λένε;, πρέπει να το παραδεχτώ, ήταν καλός. Αν είχα χρόνο, αν έφτιαχνα τον δικό μου χρόνο, αν απελευθερωνόμουν από τις IP και τα δεσμά των ασύρματων κυμάτων, θα έπαιζα κι εγώ μουσική.

[…] Υποσημείωσηυπόnotetoself: Πρέπει να γράψω και για σένα κάποτε. Περνάνε τα χρόνια. Σ’ αγαπώ. Μαμά. Μα. (απλό, καθάριο λα. Η νότα λα πιστεύω είναι από τις πιο λυπητερές. Λα, λοιπόν, σα να σημαίνει “δάκρυ”, για όσα το ξερό μου το κεφάλι δεν τολμά ποτέ να σου πει. Κι ο εγωισμός).

Δεν ξέρω γιατί τα έγραψα όλα αυτά, αλλά χάρηκα που το έκανα. Διάβαζα και μου έρχονταν τόσες σκέψεις στο μυαλό. Και λένε καλό είναι ό,τι σκεφτόμαστε να το γράφουμε, μην το ξεχνάμε. Κι εγώ αυτό έκανα εδώ. Παλιά έκανα τόσα πράγματα. Ζωγράφιζα κι όλας. Ο χρόνος είναι αμείλικτος.

Υ.Γ. Δυστυχώς έπρεπε να ανοίξω το λάπτοπ για να τα γράψω. Δεν κάηκε. ΕΥΤΥΧΩΣ. Ας με συγχωρέσει ο Λένος. Υπόσχομαι να τον δω το βράδυ. Το βράδυ είναι για τις λέξεις.

Thought #108: proof

9 Jun

Σε δέσανε με λεφτά απόψε. Ξεκίνησαν από τα πόδια σου, κολλούσανε τα πράσινα χαρτιά επάνω σου και τύλιγαν με προσοχή την κάθε σπιθαμή σου. Τι ιδιότυπα σανδάλια που φορούσες!

Σε είχαν γδύσει και σε έβαζαν να παρελαύνεις, να θαυμάσουν το νέο τους απόκτημα, κι εσύ, γυμνός, ντρεπόσουν. Έκρυβες ό,τι μπορούσες, η πλάτη σου διάστικτη από σημάδια και ουλές, γι’ αυτό δεν τους τη γύριζες, να τρέξεις μακριά τους, να γλιτώσεις. Τους κοίταζες κατάματα κι αυτοί σε έφτυναν, σάλιο κολλώδες και υγρό όσο πρέπει για να σταθούν επάνω σου τα χρήματα και να τα περιφέρεις στο δωμάτιο. Χρησιμοποίησαν τα μεγαλύτερα για τα απόκρυφά σου, όχι λόγω μεγέθους, μα λόγω αξίας που τους δίνανε.

Και συ συνέχιζες να ντρέπεσαι μα δε σταμάτησες να τους κοιτάς κατάματα, κι εκείνοι θεωρούσαν πως ήσουν θαρραλέος, τόσα ξέρανε, μα ήσουν πιο φοβισμένος κι από μικρό κουνέλι που έλεγες πως προστατεύεις.

Όταν έφτασαν στο πρόσωπό σου δε χρειάστηκαν το σάλιο. Τα δάκρυά σου τους αρκούσαν.

Σε κάλυψαν από κορφή ως νύχια και πλέον δε μπορούσες να περπατήσεις άλλο. Το κολάζ των αριθμών που έφερες σε πέτρωνε, σαν άγαλμα στεκόσουν και προσπαθούσες να δεις πέρα απ’ το πράσινο, τα μάτια τους, τι έκαναν, τι θέλαν από σένα.

Η χρυσαλίδα τους.

Μα δε μπορούσες να βγεις απ’ το κουκούλι σου και πέφτοντας όπως ο κορμός του δέντρου που ξαφνικά κοβότανε στα δύο, έπεσες με τόση δύναμη που η χάρτινη φυλακή σου άνοιξε και βγήκες πάλι εσύ. Με τις πληγές και τα σημάδια σου και τις ουλές σου. Γέλασαν, μάζεψαν όσα λεφτά δε σιχαίνονταν να ακουμπήσουν πια, έτσι ξεραμένα και αηδιαστικά, και προχώρησαν παρακάτω. Και δεν απέδειξες τίποτα.

Αποδείξεις δεν έψαχνε κανείς. Μονάχα διασκέδαση.

 

Thought #107: Death Defying Acts

26 Feb

Do you know what’s really scary? You want to forget something. Totally wipe it off your mind. But you never can. It can’t go away, you see. And… and it follows you around like a ghost.” – Eun-Ju, A Tale of Two Sisters

Όταν ήμουν μικρός ήμουν ατρόμητος. Θυμάμαι σαν τώρα πως προσπαθούσα να εντυπωσιάσω τη Ζ. και σκαρφάλωσα τα κάγκελα στο μεγάλο δώμα στον 4ο πηδώντας έπειτα από το ένα μπαλκόνι στο άλλο, μια απόσταση γύρω στο 1 μέτρο. Ο φόβος του χαμού απλά με διασκέδαζε.

Όταν ήμουν μικρός ήμουν πολύ αφελής. Η αγάπη δεν κερδίζεται με ένα πήδημα.

Όταν γνώρισα τον Π., πήδηξα κάτω από ένα τοίχο 3+ μέτρα για να αποδείξω στον καινούριο μου φίλο πόσο φοβερός είμαι. Δε σκεφτόμουν το μετά.

Κι αφού μεγάλωσα παρέμεινα αφελής. Η φιλία δε νοιάζεται για το πήδημα.

Ο τρόμος δεν έρχεται στο κενό. Το πρόβλημα είναι όταν χτυπάς με δύναμη στο έδαφος τι γίνεται. Ποιος σε μαζεύει και αν. Η ελευθερία της πτώσης είναι δύναμη. Η απότομη προσγείωση είναι ο θάνατος. Γελοιωδώς πιστεύω πως αν ήσουν εδώ θα λύνονταν όλα τα προβλήματά μου. Και δε θα φοβόμουν και πάλι. Μα τώρα τρέμω τα φαντάσματα. Πρέπει να σταματήσω να σκέφτομαι. Και απλά να πέσω. Μα όταν πέφτω ξαναβλέπω τις εικόνες της ζωής μου. Και εδώ τις καταγράφω…

Thought #106: muted connection

22 Feb


Δεν ξέρω αν ήταν η κούραση που μου έφερε νεύρα. Άλλωστε θεωρητικά πόσο να σε κουράσουν 20 παιχνίδια. Το πολύ πολύ να κλείσει η φωνή μου. Όταν πια δεν αντέχω άλλο, το νερό με αναζωογονεί. Απλά είναι μέρες που νοιώθω παρείσακτος σε μέρος τόσο οικείο. Και όταν τυχαίνει φίλοι να έρθουν, στους οποίους πλέον το βλέμμα χαμηλώνει και το στόμα κλείνει, σα κατάρα, γίνομαι και πάλι άλλος άνθρωπος. Κι αισθάνομαι ακόμη πιο παράταιρος.

Όταν η δουλειά σταματά, μαζί της σταματά κι ο χρόνος και οι άνθρωποι. Μένω μόνος μου στο ταξίδι της επιστροφής και το στόμα δεν ανοίγει πάλι ως την επόμενη μέρα. Συνδέομαι με σένα με ακουστικά και ακουμπώ τα χέρια μου στην τσάντα μου προσεκτικά, γιατί ο μοναδικός συνοδοιπόρος μου έχει ένα μάτι πρόχειρα ραμμένο και δε θέλω να το χάσει.

Απόψε νοιώθω πως θέλω να κλάψω και δε θέλω να είμαι μόνος, γιατί στους εφιάλτες μου υπηρετώ το άλλο σου μισό αγχωμένος, μα χωρίς μίσος. Και μου λείπουν πολλά πλέον. Όση και η δύναμη που έχω χάσει. Ό,τι μου απέμεινε εδώ πέρα είναι ένα πληγωμένο ποντίκι.

Thought #105: Love, Ltd.

11 Jan


Ο έρωτας δεν είναι μια φιγούρα φτιαγμένη από πλαστελίνη. Δε μπορείς να τον πλάσεις. Όσο και να στο ζητήσουν δε μπορείς. Δε θα αποκτήσει την εικόνα του ποτέ, αν αυτό δεν έμελε να γίνει. Ο έρωτας είναι σκληρός. Και σπάνιος. Η φλόγα που τον έψησε τον έκανε έτσι.

Ξεχωρίζει απ’ τις κόπιες ο έρωτας. Είναι μοναδικός. Βγαίνει σε περιορισμένα κομμάτια, συλλεκτικά. Και δεν αλλάζει. Δεν προσθέτεις μέλη, δεν τον πειράζεις. Μονάχα τον φροντίζεις. Αν το σώμα μας είναι μια σειρά από ράφια, θα ανέβει στο ψηλότερο ασυναίσθητα, λίγο πιο πάνω απ’ την καρδιά. Έτσι ώστε να υπάρχει ο φόβος πως αυτή θα καταπλακωθεί, το ράφι της πια δε θ’ αντέξει και θα διαλυθεί.

Ο έρωτας θέλει προστασία. Όπως τα μπιμπελό που ξεσκονίζεις, βγάλε τη σκόνη κι από πάνω του. Μην τον κλειδώνεις σε ντουλάπια. Αυτό δε θα τον βοηθήσει. Μην τον αιχμαλωτίζεις. Να τον δείχνεις με περηφάνεια τον έρωτα, να τον έχεις σε περίοπτη θέση. Να τον περιεργάζεσαι και θα δεις πως μπορεί ν’ ανακαλύψεις πάνω του σημάδια που δεν είχες πρότινως προσέξει. Μα θα ‘ναι ευχάριστες εκπλήξεις γιατί όταν έφτασε στα χέρια σου ήταν έτσι για σένα και μόνο.

Κι αν κάποια στιγμή απροσεξίας έρθει και κλονίσει την ισορροπία σου, κράτησε όσο πιο σταθερό μπορείς το βήμα. Γιατί αν πέσει κάτω και στα δυο ανοίξει δε θα ‘χει νόημα να προσπαθείς να τον ξανακολλήσεις. Η μήτρα που τον γέννησε δε θα ‘χει άλλον ίδιο, μετά από τότε καταστράφηκε. Αλλά στο διάβα του θα τύχει άλλος να βρεθεί και νέα πνοή στον έρωτα να δώσει. Και για εκείνον τα κομμάτια θα ‘ναι ένα και το δικό του φυλαχτό. Κι ίσως αιώνιο. Κι εσύ όμως μην απελπίζεσαι. Το εργοστάσιο ονείρων ποτέ δεν παύει να δουλεύει, κι όσο μοναδικά κομμάτια και να βγάζει, έχει για όλους κι άλλον έρωτα να δώσει.

Thought #104: 1000

20 Dec


νεκρά φτερά και τσακισμένα,
δυο φορές τους το καθένα
μια για τη δημιουργία και μια για το χαμό.
τον εξαφανισμό
ανάμεσα σε άλλα, καταπλακώνονται
πουλιά πανομοιότυπα και πτηνά απροσδιόριστα γεωμετρικά κτισμένα.
ράμφη που δεν τα ξεχωρίζεις πλέον από τις ουρές,
χωρίς μάτια, ανήμπορα να ξεγλιστρήσουν από τα ορθογώνια κλουβιά τους.
χωρίς πόδια, σέρνονται
και με μανδύες καλυμμένους από άλλα πλέον χρώματα
μοιρολογούν μες σε κελιά
τα βράδια
κι αντηχούν στο ξύλο που τα περιβάλλει
το θρόισμα των φύλλων.
και δυναμώνουν οι κραυγές και δεν αφήνουν ήσυχο να κοιμηθεί κανένα.
κι όταν η φυλακή ανοίγει για τροφή δεν παίρνουν τίποτα
– τα στόματά τους ψεύτικα και άκαμπτα παρά τις έντονες γωνίες –
μονάχα το βαρύ φορτίο από τους ώμους των ανθρώπων επωμίζονται
ξεχνούνε πια να συνωστίζονται
και γίνονται ένα με το έδαφος.