Tag Archives: me myself and I

Thought #109: end of the road

4 May

3ed4f1faac5a08f7594822241e6f2723

ξέρεις κάτι;
στο τέλος του δρόμου δεν έχει φανάρια-
σταματημό δεν έχει
απλά φεύγεις, χάνεσαι, ξεμακραίνεις

στο τέλος του δρόμου έχεις μόνο δύο επιλογές:

προχωράς, συνεχίζεις, πέφτεις
ή
γυρίζεις πίσω, επιστρέφεις

Μα τη ζωή σου όμως ποτέ δεν προχωράς και ίδιος ποτέ δεν επιστρέφεις

περπατούσαμε μαζί ως το τέλος του δρόμου κι εγώ δεν καταλάβαινα
εσύ δεν μου ‘δωσες ποτέ να καταλάβω
περπατούσαμε κι ήμασταν πλάι-πλάι, λίγα μόλις εκατοστά να μας χωρίζουν
κι ας μην ήσουν στο ύψος μου, κι ας σ’ έβλεπα από ψηλά – στα μάτια μου
ήσουν ψηλότερος

ο δρασκελισμός μου γινόταν ολοένα και μικρότερος
τα πόδια μου δεν παραμέριζαν καθόλου πια

θέλησα να σταματήσω εκεί, να πέσω, να με ρουφήξει η άσφαλτος
θέλησα να φυσήξει ένας άνεμος που θα με έφερνε και πάλι στα μισά του
δρόμου

στο τέλος του δρόμου ευχήθηκα ο δρόμος να μη σταματήσει ποτέ να
ξετυλίγεται μπροστά μας
μα είχες ήδη φτάσει στον προορισμό σου
κι εγώ απόφαση δεν είχα πάρει

Advertisements

Ο χρόνος για τους εξωγήινους (ένας εσωτερικός μονόλογος)

3 Aug

Image
Σύμφωνα με τον Λένο, τον Χρηστίδη, ήθελα να δηλώσω εξ αρχής ότι μιλάω για τον Λένο, γιατί, μεταξύ μας, γνωρίζω και έναν άλλον Χρηστίδη, μπορεί να τον γνωρίζετε και εσείς, αυτόν που ξέρω και εγώ ή κάποιον άλλον, είναι καλό να δίνουμε και το όνομα μαζί με το επώνυμο, είναι καλό γιατί έτσι ξεχωρίζουμε οι άνθρωποι, από το όνομα. Αν και πάλι, θα μου πεις, αν τον έλεγαν Κώστα; Τόσοι Κώστηδες υπάρχουν, πώς θα ξεχώριζε; Ε, είναι που πάει πακέτο και με το επώνυμο, μην κοιτάτε εμάς εδώ στην ευφάνταστη φαμέλια που δυο αδέλφια βγάλαν τα παιδιά τους -και τα δύο- με το ίδιο όνομα και πάμε και μεις πακέτο, αλλά μιλάμε σαν τα δίδυμα Θ.Μ. ο ένας, Θ.Μ. κι ο άλλος, Μ.Μ. η μία, Μ.Μ κι η άλλη. Έλεγε λοιπόν ο Λένος, ανέφερε δηλαδή στο βιβλίο του, πως εμείς οι Έλληνες είμαστε όλο εσωτερικούς μονολόγους. Έξω γίνονται πράγματα κι εμείς το χαβά και τον εσωτερικό μας μονόλογο. Η αλήθεια είναι, πως ισχύει. Δηλαδή κι ο φίλος μου ο Τσι απ’ το Χονγκ Κονγκ πολύ πιθανά να μιλάει με τον εαυτό του στα καντονέζικα, τα οποία έχουν 9 τονικότητες, σαν νότες φανταστείτε, αν πεις “μα” με μία από τις 9 μπορεί να τον βρίζεις τον άλλον, δηλαδή αν πεις “μα” στον τόνο του φα δίεση ασούμε μπορεί να σημαίνει “σουγκαμότομαγκαζάκι”. Και δεν θα ‘θελε κανείς μας να το κάνει αυτό, γιατί θα τον πουν ρατσιστή, που βρίζουμε τους ξένους. Και δεν είναι καιρός για ρατσιστικά σχόλια, είδατε τι έγινε. Στο τουήτερ. Κι ούτε καιρός για τουήτερ είναι.

Ευτυχώς να λέω που μιλάω μόνος μου, τα λέω όλα από μέσα μου, τα βγάζω κι όλα από μέσα μου, αλλά εδώ. Πιο έξω μου δεν γίνεται, γιατί θα με παρεξηγήσουν, αν δεν με περάσουν για τρελό, το πιο πιθανό να μην μπορέσουν να με παρακολουθήσουν, κι ούτε αυτό το θέλω. Σκέφτομαι μήπως τελικά υπάρχουν εξωγήινοι και είμαι ένας απ’ αυτούς, πάντοτε ήθελα να ξεχωρίζω αλλά βαθιά μέσα μου πιστεύω κι αυτό που είχε γράψει κι ο Palahniuk (πλέον θα φαντάζω πολύ μορφωμένος και πολυδιαβασμένος, μα φευ κι εδώ είναι το ζουμί, θα φτάσω στη συνέχεια στο ζουμί) “Τίποτα από εμένα δεν είναι αυθεντικό. Είμαι η συνδυασμένη προσπάθεια όλων όσων έχω γνωρίσει.” κάπως έτσι. Γιατί στο Γυμνάσιο είχα αλλάξει τον τρόπο γραφής μου και υιοθέτησα της Χ., που μου άρεσε περισσότερο. Και την ίδια περίοδο άρχισα να λέω την ατάκα “χεεει, καραγκιόζη”, σε φωνή Τζ.. Κι όταν τέλειωσα το σχολείο, και πήγα τις πρώτες μου διακοπές σαν “ενήλικας”, έκλεψα το ανέκδοτο με τις πουτάνες από τη Λ. και το είπα έκτοτε σε εκατοντάδες ανθρώπων, ίσως κι εσείς να το έχετε ακούσει. Είμαι κλέφτης κατά βάση.

Το μόνο που δεν μπορώ να ξε-κλέψω, είναι χρόνος. Αλλά τι έλεγα; Ίσως είμαι εξωγήινος, αυτό θέλω να το τελειώσω, γιατί βλέπετε δεν τελειώνω σχεδόν ποτέ ό,τι αρχίζω. Ίσως είμαι από άλλο γαλαξία, γι’ αυτό δε με καταλαβαίνουν. Με κοιτάνε σα χαζό, με στόματα που χάσκουν και μάτια γουρλωμένα, αλλά όχι “πω, τι είπες τώρα”, περισσότερο “Χριστέ μου ο τύπος πρέπει να έχει κάποιου είδους καθυστέρηση, πού τον βρήκαμε; Δεν βγάζει κανένα νόημα!”. Συνήθως με βάζουν να τα λέω αργά ή να μην τα λέω καθόλου ή “πες τα απλά, λίγα λόγια, το ψαχνό και γρήγορα”. Στη δουλειά συνήθως συμβαίνει αυτό. Μα πίστευα πως είναι καλό να είσαι τρελός σ΄αυτή τη δουλειά. Δεν θέλω να υπονοήσετε πως είμαι πανέξυπνος, το σίγουρο είναι πως είμαι χαζός και τελικά δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε. Η Β. βέβαια έχει πει πως “αφού δεν θέλεις να τους πληγώσεις λέγοντάς τους πως δεν κατάλαβαν”. Κάπου τελοσπάντων στην πορεία το χάνουμε. Εκατέρωθεν.

Ο χρόνος είναι αμείλικτος λοιπόν, είχα γράψει και παλιότερα πως στα 30 μου θα ήθελα να είμαι σούπερ επιτυχημένος, φτασμένος, με δικό μου σπίτι κτλ κτλ. Τίποτα από όλα αυτά δεν ισχύει. Μακάρι να πραγματοποιηθούν ως τα 40 όμως. Μακάρι. Από το παρεάκι της σχολής, εγώ-Β-Κ, μόνο η Β. δουλεύει πια σα μηχανικός και πρέπει να κάνει πολύ καλή δουλειά, γιατί όλο δουλεύει. Εγώ, αφήστε με εμένα… Η Κ., επέλεξε τον δρόμο του διδακτορικού. Όλοι πια στη σχολή μου θα γίνουν διδάκτορες κι ένα σπίτι δεν θα χτίσουν. Όπως κι εγώ. Μακάρι δηλαδή.

Ξέφυγα.

Χθες βράδυ, έσβησε το λάπτοπ μου. Τσαφ, μαύρισε η οθόνη, έπαιζα Sim City Social, αν παίζετε κι εσείς να γίνουμε φίλοι, εγώ δεν έχω ιδέα τι γίνεται, δεν θέλω να μάθω, θα σπαταλήσω κι άλλη, πολύτιμη ώρα. Κι ας είναι μονάχα λεπτά. Κλικάρω πέρα δώθε κλικ, κλικ και ξεπετάγονται από καλοσχηματισμένα κτίρια λεφτούδια και κουτούδια, αστεράκια και κεραυνοί. Κτίρια που δεν θα φτιάξω ποτέ. Μάλλον. Αλλά είναι, κάποια, πολύ όμορφα. Και μιας και έσβησε λοιπόν το λάπτοπ, λέω: Καιρός να διαβάσω!

Το διάβασμα είναι μία τόσο ωραία ασχολία. Διαβάζω. Λατρεύω τις λέξεις, τη σειρά τους, τις θέσεις των γραμμάτων, τις γλώσσες όλες. Αλλά δεν διαβάζω πια όσο θα ήθελα. Ένα βιβλίο τη βδομάδα τουλάχιστον. Εφικτό. Εφικτότατο. Αλλά μας έχει φάει το ίντερνετ. Και οι σειρές κι ο κινηματογράφος και τα σόσιαλ μύδια. Γιατί;

Για μένα καλοκαίρι είναι ηρεμία. Χαλάρωση, καμία έγνοια. Αυτές τις μέρες έχω άδεια. Κι είναι ευκαιρία να ξαναδιαβάσω. Αμ δε. Το ίντερνετ, οι ταινίες, οι σειρές, ο αιώνιος εσωτερικός και εξωτερικός συναγωνισμός να δούμε πρώτοι απ’ όλους κάτι και να κοκκορευτούμε γι’ αυτό. Χαλάρωσε. Μα… (το μα σε λα ελάσσονα, σα να λέει “στεναχωριέμαι”).

Βγήκα στο μπαλκόνι και άνοιξα το βιβλίο μου. Το πραγματικό βιβλίο, με τις σελίδες, το χάρτινο, το απτό. Πόσο μου είχε λείψει. Το αεράκι με έκανε να αισθάνομαι πως είμαι σε κάποια παραλία. Άκουγα τους ήχους από τη γειτονιά, τον παραμικρό ήχο. Το καλοκαίρι είναι όλα τόσο ήρεμα. Κι ας γάβγιζαν τα σκυλιά της γειτονιάς, κι ας έπαιζε από κάπου απέναντι κάποιος ηλεκτρική κιθάρα. Όλα ήταν μουσική. Βέβαια, ο κάποιος, μεταξύ μας, δεν έκανε και την καλύτερη δουλειά. Έχω μουσικό αυτί εγώ. Ή και όχι. Ίσως οι εξωγήινοι έχουν άλλη ακουστική. Κι αισθητική. Και γλώσσα επικοινωνίας. Κι άκουγα τον κάποιο να παίζει και κάποιες νότες θα τις ήθελα πιο… ρευστές. Όχι τόσο κοφτές. Όχι γκρουκ. Γκρακ. Γκρουκ. Ρευστές, μελωδικές, να ρέουν από τις χορδές. Στα riffs όμως, έτσι δεν τα λένε;, πρέπει να το παραδεχτώ, ήταν καλός. Αν είχα χρόνο, αν έφτιαχνα τον δικό μου χρόνο, αν απελευθερωνόμουν από τις IP και τα δεσμά των ασύρματων κυμάτων, θα έπαιζα κι εγώ μουσική.

[…] Υποσημείωσηυπόnotetoself: Πρέπει να γράψω και για σένα κάποτε. Περνάνε τα χρόνια. Σ’ αγαπώ. Μαμά. Μα. (απλό, καθάριο λα. Η νότα λα πιστεύω είναι από τις πιο λυπητερές. Λα, λοιπόν, σα να σημαίνει “δάκρυ”, για όσα το ξερό μου το κεφάλι δεν τολμά ποτέ να σου πει. Κι ο εγωισμός).

Δεν ξέρω γιατί τα έγραψα όλα αυτά, αλλά χάρηκα που το έκανα. Διάβαζα και μου έρχονταν τόσες σκέψεις στο μυαλό. Και λένε καλό είναι ό,τι σκεφτόμαστε να το γράφουμε, μην το ξεχνάμε. Κι εγώ αυτό έκανα εδώ. Παλιά έκανα τόσα πράγματα. Ζωγράφιζα κι όλας. Ο χρόνος είναι αμείλικτος.

Υ.Γ. Δυστυχώς έπρεπε να ανοίξω το λάπτοπ για να τα γράψω. Δεν κάηκε. ΕΥΤΥΧΩΣ. Ας με συγχωρέσει ο Λένος. Υπόσχομαι να τον δω το βράδυ. Το βράδυ είναι για τις λέξεις.

Thought #108: proof

9 Jun

Σε δέσανε με λεφτά απόψε. Ξεκίνησαν από τα πόδια σου, κολλούσανε τα πράσινα χαρτιά επάνω σου και τύλιγαν με προσοχή την κάθε σπιθαμή σου. Τι ιδιότυπα σανδάλια που φορούσες!

Σε είχαν γδύσει και σε έβαζαν να παρελαύνεις, να θαυμάσουν το νέο τους απόκτημα, κι εσύ, γυμνός, ντρεπόσουν. Έκρυβες ό,τι μπορούσες, η πλάτη σου διάστικτη από σημάδια και ουλές, γι’ αυτό δεν τους τη γύριζες, να τρέξεις μακριά τους, να γλιτώσεις. Τους κοίταζες κατάματα κι αυτοί σε έφτυναν, σάλιο κολλώδες και υγρό όσο πρέπει για να σταθούν επάνω σου τα χρήματα και να τα περιφέρεις στο δωμάτιο. Χρησιμοποίησαν τα μεγαλύτερα για τα απόκρυφά σου, όχι λόγω μεγέθους, μα λόγω αξίας που τους δίνανε.

Και συ συνέχιζες να ντρέπεσαι μα δε σταμάτησες να τους κοιτάς κατάματα, κι εκείνοι θεωρούσαν πως ήσουν θαρραλέος, τόσα ξέρανε, μα ήσουν πιο φοβισμένος κι από μικρό κουνέλι που έλεγες πως προστατεύεις.

Όταν έφτασαν στο πρόσωπό σου δε χρειάστηκαν το σάλιο. Τα δάκρυά σου τους αρκούσαν.

Σε κάλυψαν από κορφή ως νύχια και πλέον δε μπορούσες να περπατήσεις άλλο. Το κολάζ των αριθμών που έφερες σε πέτρωνε, σαν άγαλμα στεκόσουν και προσπαθούσες να δεις πέρα απ’ το πράσινο, τα μάτια τους, τι έκαναν, τι θέλαν από σένα.

Η χρυσαλίδα τους.

Μα δε μπορούσες να βγεις απ’ το κουκούλι σου και πέφτοντας όπως ο κορμός του δέντρου που ξαφνικά κοβότανε στα δύο, έπεσες με τόση δύναμη που η χάρτινη φυλακή σου άνοιξε και βγήκες πάλι εσύ. Με τις πληγές και τα σημάδια σου και τις ουλές σου. Γέλασαν, μάζεψαν όσα λεφτά δε σιχαίνονταν να ακουμπήσουν πια, έτσι ξεραμένα και αηδιαστικά, και προχώρησαν παρακάτω. Και δεν απέδειξες τίποτα.

Αποδείξεις δεν έψαχνε κανείς. Μονάχα διασκέδαση.

 

…une petite poire

2 Jan
Ο oni είναιπολλά:

ένα μικρό αχλάδι,

χαζούλης, χαζοπούλι,

βεντουζάκι που ρουφάει τα υγρά απ’ τις πιπέτες (;)

Ο oni είναι σε κομμάτια.

Thought #101: Day of reCreation

21 Aug


Την πρώτη μέρα δημιουργήθηκα. Κι ερωτεύτηκα τη ζωή. Μα δε με ανακάλυψα μέχρι αργότερα.

Τη δεύτερη μέρα έψαξα. Και βρήκα. Και δεν ήτανε για μένα.

Την τρίτη μέρα απογοητεύτηκα. Και σταμάτησα να ψάχνω. Έτσι απλά.

Την τέταρτη μέρα περίμενα…

Την πέμπτη μέρα δημιουργήθηκες. Και σταμάτησα να περιμένω. Γιατί γνώριζα πως δε χρειαζόταν να ταλαιπωρούμαι άλλο. Ούτε να βασανίζομαι. Ούτε να γεμίζω το μυαλό μου με περίπλοκες σκέψεις και τη ψυχή μου με το άγχος από το βάρος ευθυνών μελλοντικών κι ανύπαρκτων. Ήξερα. Ένοιωθα κάτι. Και σε έβλεπα από μακριά. Μα άρχισες να περιμένεις εσύ. Ως την έκτη μέρα.

Την έκτη μέρα γνωριστήκαμε. Την έκτη μέρα μου έφυγε το άγχος. Ως δια μαγείας. Για πρώτη φορά. Και έζησα για δεύτερη φορά την πρώτη μέρα. Της επαναδημιουργίας. Η πρώτη μέρα μιας δυαδικής δυάδας, μιας τετράδας. Πολύς αέρας και λίγη φωτιά.

Την έβδομη μέρα δεν ξεκουραστήκαμε καθόλου. Τη ζήσαμε στο έπακρο.

Την όγδοοη μέρα ζήτησα έναν κλώνο σου. Ή και πολλούς. Για να μειώνει την απόσταση αυτές τις ώρες. Για να ζήσω ως την ένατη. Κι ακόμη παραπέρα.

snog

3 Jun

ή Αντί κάρτας


Σήμερα είναι τα γενέθλιά μου. Και απόψε, ή χθες, τα γιόρτασα. Και έλαβα κάρτες, τις διάβασα, συγκινήθηκα. Μου ήρθανε μηνύματα, αλλά έμεινα να περιμένω. Διάβασα τόσα και διαφορετικά, μα θέλω να γράψω. Αυτό με γεμίζει.

Δε μου λείπει η ταχύτητα. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Θα έλεγες πως είναι και γραμμένο απ’ τα αστέρια. Όσο γρήγορα έρχεται, τόσο γρήγορα φεύγει. Το πάθος για το οτιδήποτε. Μα τώρα το νοιώθω. Δε ξεπουλιέμαι και δεν ευτελίζω τίποτα. Γι’ αυτό και δε θα γράψω τίποτα άλλο.

Με τη σειρά μου κάνω εγώ ένα δώρο. Άλλωστε μου δώσανε αρκετά. Λίγο υπομονή μονάχα κάνε και θα έρθει. Μου αρέσει να σε διαβάζω χαρούμενο. Ακόμη περισσότερο όταν σε βλέπω κι όλας.

Υ.Γ. Δεν ξέρω γιατί το έκανα αυτό το ποστ. Το ήθελα. Αλλά ίσως δε θα ‘πρεπε. Ντρέπομαι λίγο [τόσο που θα έβαζα σε σειρά το σιχαμένο εμότικον]. Σκατά.

Ποτέ δε σκίτσαρα καλά ανθρώπους…

15 May
Ευχαριστώ τον Strahd που μου έδωσε αφορμή να ζωγραφίσω ξανά μετά από 6 ολόκληρα χρόνια. Το “αυτόγραφό μου” για το http://autographcollectors.blogspot.com/



My life’s OST

14 Jan
Download: part 1 | part 2

Opening credits

The Cardigans – And Then You Kissed Me II

Waking up
και καθισιό στο PC
YUI – Winter Hot Music

Average day
Massive Attack – Silent Spring

First date
Travis – Love Will Come Through

Falling in love
Sugababes – Too Lost In You

Love scene
Juliette & The Licks – Hot Kiss

Fight scene
Keane – A Bad Dream

Breaking up
The Cinematics – Break

Getting back together
Mirah – La Familia (Remix by Guy Sigsworth)

Secret love
η αρχή της παράνοιας
Skunk Anansie – Secretly

Life’s okay
κοροϊδεύοντας τον εαυτό μου
The Feeling – Strange

Mental breakdown
ο oni σε παράκρουση
Cat Power – The Greatest

Driving
χωρίς να τουμπάρω!
Groove Armada – Song 4 Mutya (Out of Control)

Learning a lesson
στο τηλέφωνο με φίλες για τα παρανοϊκά
Tiger Lou – Oh Horatio

Deep thought
όπου ο oni στίβει το κεφάλι του
Butterfly Boucher – A Bitter Song

Flashback
The Decemberists – The Perfect Crime #2

Partying
παίζοντάς το rock-indie τυπάκι στο London
Kent – Musik Non Stop

Happy dance
απαραίτητο πέρασμα απ’ το dada για μούρη
Bootyluv – Boogie 2Nite (Seamus Haji Big Love Remix)

Regreting
Emily Haines & The Soft Skeleton – Doctor Blind

Long night alone
Iron & Wine – Cinder and Smoke

Death scene
θα το παίζω στην κηδεία μου
Jem – 24

Closing credits
γιατί τόσο καλή ταινία σημαίνει την αρχή μιας τριλογίας (τουλάχιστον!)
Maria Taylor – A Good Start

Χίλια ευχαριστώ στον cookie για την πρόσκληση-πρόκληση και άλλα τόσα στον neverlandean για τη βοήθειά του κ το εξώφυλλο!

Υ.Γ. Λατρεύω τα onion rings!

Προσοχή! Φρενοβλαβής!

9 Dec

Όταν έχω τα νεύρα μου, ή τις μαύρες μου, έχω δύο διεξόδους. Να χαθώ να χάνομαι και να κάθομαι να κοιτάω το κενό με εκλάμψεις “κλίνω στα γόνατα και παρακαλώ σε Παναγιά” σα να ‘μαι αυτιστικό, ή να γράψω. Όταν υπάρχουν ανηλειμμένες υποχρεώσεις, που δεν έχω ιδέα πότε αυτές θα ολοκληρωθούν με το κωλοβάρεμα που μ’ έχει πιάσει μήνες τώρα και έχω βγάλει πληγές, πώς να γράψεις;

Χθες όμως έφαγα μια φρίκη, μου τη σβούριξε να το παίξω ψυχασθενής στο δρόμο να με κοιτάζει ο κόσμος και να αναρωτιέται πώς τη γλίτωσα τη Σταυρούπολη, μου ‘ρθε να κάνω κάτι σπαστικά, καμιά σκηνή, μία λιποθυμία, ένα κάτι, μπας και ενδιαφερθεί κανείς, αλλά με βλέμμα κενό και στα τυφλά προχωρούσα μες τη μέση του δρόμου. Βεβαίως και πέρασε απ’ το μυαλό μου να πέσω πάνω στο ταξί που ερχόταν κατά πάνω μου με ιλιγγιώδη ταχύτητα, αλλά το σταμάτησαν κάτι τσόλια και δεν πρόλαβε να με πατήσει. Απορώ πώς κατάφερε και να σταματήσει. Ήθελα να πατήσω και κλάματα με αναφιλητά, να με ρωτήξουν (sic) “Τι έχεις μωρή κοντούλα λεμoniά;” και να τους απαντήσω “Μου μίλησαν άσχημα και δε με καταλαβαίνουν!“. Αλλά δεν είχα φτάσει σε τέτοιο επίπεδο. Στη σκέψη έμεινα.

κατά τη δραπέτευσή μου… (φοράω περούκα)

Στις κρισάρες μου γίνομαι η μεγαλύτερη πουτάνα, attention whore υπερπολυτελείας, όπως η Μόνικα Μπελούτσι στο Shoot ’em up που είδα και μ’ άρεσε, αλλά χωρίς τόσο μεγάλα βυζιά και γάλα. Το κουλό είναι πως με πιάνουν εμένα τα διαόλια με το παραμικρό, λίγο να ‘χω φορτώσει από πριν, θέλει ένα κλικ να φτάσει το θερμόμετρο στα ύψη και να ωρύομαι σαν παλαβό απ’ την ελάχιστη πλέον αφορμή. Ξανάπιασα και το “Αυτοκτονώντας Ασύστολα” του Κορτώ γιατί το είχα λατρέψει και μου μπαίνουν διάφορα στο μυαλό. Μα αν οι φίλοι σου ώρες ώρες είναι ζώα δε φταις εσύ! (Ένα ευχάριστο μουσικό διάλειμμα για χρόνια πολλά στον Τάσο και συνεχίζουμε…)

Πόσο λίγο με ξέρεις αθώο κορίτσι…

Η μαλακία με τους ανθρώπους είναι όταν δεν ξέρουν να μιλάνε ή να εκφράζονται και καταπιέζονται. Καταπίεση στην καταπίεση, έρχεσαι κάποτε και σκάνεις και όποιον πάρει ο Χάρος. Τώρα αυτό είναι γενικό, όχι μόνο για μένα. Το χειρότερό μου είναι να μην παραδέχεται κάποιος τα λάθη του, να νομίζεις πως έχει πάντα δίκιο και να είναι τρεις λαλούν και δυο χορεύουν (και δη νωχελικά στο όλο κόνσεπτ του σταρχιδισμού). Πού κι όλας να μη μπορείς να ξεσπάσεις πάνω τους γιατί τους αγαπάς και μετά σε πιάνει το παράπονο πως είσαι υστερικιά και υπερβάλλεις, αλλά φοβάσαι μήπως στην τελική είσαι ο μαλάκας της υπόθεσης που πάντα υποχωρεί. Αλλά έτσι είμαι εγώ, καλόβολος και αγαπησιάρης, γίνομαι χαλί για τους φίλους, μα με το που βλέπω να με αγνοούν σκυλιάζω.

Αυτό είναι. Η αδιαφορία! Γιατί στην άλλη δε κρατούσα μούτρα που μιλούσε με κάτι άσχετους και μένα μ’ έγραφε πριν δώσουμε μάθημα και της κάνω “πάνε μόνη σου κυλικείο (μωρή)”; Emo mode on! Και κανείς δε μ’ αγαπάει, κανείς δε νοιάζεται, κανείς, κανείς, τίποτα. Το ξέρω! *δάκρυ κορόμηλο και χέρι στο μέτωπο σε στάση ωιμέ τον χάνουμε τον Παναή* Την ξέρω εγώ τη μοίρα μου, μόνος θα μείνω, ώρα να μαζεύω μπογαλάκια να την κάνω γι’ άλλες πολιτείες ή τουλάχιστον αν πάρω Λεξοτανίλ θα με πιάσουν;

Thought #67: MPD

22 Aug
Keep you in the dark you know they all pretend
Keep you in the dark and so it all began
Send in your skeletons
Sing as their bones go marching in again
They need you buried deep
The secrets that you keep are ever ready
Are you ready
I’m finished making sense
Done pleading ignorance… that whole defense




Κάθομαι και δεν ξέρω τι να κάνω. Το μυαλό μου στο κενό. Βρίσκω το κάθε τι ανάρμοστο, τους στίχους των Foo Fighters χλευαστικούς, ειρωνικούς, αλλά το τραγούδι μ’ αρέσει. Βλέπω ό,τι αηδία πέσει στην αντίληψη μου, όσο κι αν αυτή έχει αλλοιωθεί. Μήπως όμως ισχυροποιήθηκε, τώρα που φοβάμαι; Δεν κοιμήθηκα το πρώτο βράδυ. Το ζούσα. Καθώς με καταπλάκωνε το βάρος, ίσως και της ίδιας μου της συνείδησης, δεν είχα συνειδητοποιήσει πως ήταν απλά εφιάλτης. Στην αρχή έχασα τη φωνή μου. Για καλό θα πουν πολλοί. Έδινα τροφή στην όραση, μάθαινα, έβλεπα και μάθαινα πως πρέπει να συμπεριφερθώ. Μετά έκανα να μιλήσω, αλλά δε θα ήταν σωστό. Όταν τελικά το παράκανα, τρόμαξα και πάλι. Από τις φωνές. Διέλυσαν την ψευδαίσθηση που δημιούργησα με τις δικές μου φωνητικές χορδές, με επανέφεραν στην πραγματικότητα. Όπως μετά τον εφιάλτη. Όμως τώρα πια τον ζούσα. Ξύπνησα μέσα σ’ αυτόν; Ο άλλος μου εαυτός προσπάθησε να βγει στην επιφάνεια. Δεν τον ενδιαφέρει κανένας και τίποτα. Δε νοιάζεται αν πρέπει ή όχι να δράσει, να εκφραστεί. Την τρίτη μέρα, το πράσινο τέρας της ζήλειας ήρθε να του κάνει παρέα και να τον θρέψει. Ο πρώτος, θα ήθελε να ζούσε στο μυαλό και τις συνειδήσεις πολλών. Ο άλλος, δεν ενδιαφέρεται για κανέναν. Θέλει να ζει για να διαλύει. Φτύνει δηλητήριο και ζει από τη δυστυχία. Των άλλων ή του άλλου μου εαυτού; Δεν το έχω καταλάβει. Ίσως να θέλει και τη δική μου αποκλειστικότητα. Ζω σε έναν παράλληλο κόσμο που έχει πλάσει το άλλο μου μισό. Η ανασφάλεια και η άγνοια σιγά σιγά με κατατρώνε. Δεν είμαι σίγουρος για τίποτα. Τζάμπα διαβάζεις. Ζω στην παράνοια. Ποιο εγώ μου τα γράφει; Ποιο “εγώ” είμαι πραγματικά εγώ; Εσύ με ξέρεις;

What if I say I’m not like the others. What if I say I’m not just another one. Who’s the pretender?

Ίσως να έπρεπε να το ονομάσω The MPD diaries. Θα ακολουθήσουν κι άλλα… Δεν την έχω γλιτώσει την οικογενειακή παράδοση…