Archive | thought RSS feed for this section

Thought #112: We wanted to be the sky

10 Jan

We wanted to be the sky

but he intended for you to be the earth;

and in the earth you found yourself

as well as in the heavens –

for we dug deep in the soil to bury our regrets

and you rose above all, lest we forget

we wanted to be the sky

Advertisements

Thought #111: and morning, and afternoon…

11 Feb

Το πιο δύσκολο από τα δύσκολα είναι το να καταλάβεις. Οι άνθρωποι συνήθως δεν καταλαβαίνουν. Το τι σκέφτεσαι και το τι λες. Οι άνθρωποι καταλαβαίνουν ό,τι θέλουν εκείνοι να καταλάβουν. Αυτό που λέμε “ζούνε στον δικό τους κόσμο”.

Αν δεν μπεις μέσα στο μυαλό του άλλου, αν δεν σκίσεις τη σάρκα του στα δύο να ξεδιπλώσεις τον εγκέφαλό του, να καταβροχθίσεις τις μνήμες του και να χωνέψεις όλα τα όσα σκέφτεται, ποτέ δεν θα καταλάβεις.

Άνοιξε το δικό μου κεφάλι και άνοιξε το στόμα μου, έβγαλε τη γλώσσα μου έξω και εκείνη του μαρτύρησε τα μυστικά μου. Ποτέ μην εμπιστεύεσαι τη γλώσσα. Λέει τα όσα δεν λες να καταλάβεις.

“Θα υπάρξει κι άλλο βράδυ;” “Και πρωί, και μεσημέρι…”

Το βράδυ εκείνο έμαθε να με καταλαβαίνει και με κατάλαβε απόλυτα. Δεν είχε πλέον άνθρωπο μπροστά του, ούτε σάρκα, είχε ένα ξετυλιγμένο κουβάρι από μυαλά, ένα μάτσο κύτταρα που είχαν σκορπίσει στο καλογυαλισμένο πάτωμα.

Την επόμενη μέρα, εγώ στεκόμουν αιμόφυρτος, μια ανοιχτή πληγή χωρίς αισθήσεις και χωρίς καμία κατανόηση. Ίσως να φταίει που δεν είχα πια μυαλό στη θέση του. Τα ημισφαίρια χωρίστηκαν και πήραν το καθένα τον δικό του δρόμο.

Κι έτσι και έμεινα, κομμένος στα δύο, χωρίς ιδέα του τι γίνεται. Κι όμως, εκείνος με κατάλαβε και ήξερε ποιος είμαι, και γω δεν ήθελα να μάθω.

Μυαλό δεν έβαλα και δεν θα βάλω. Το μόνο που θέλησα ήταν να καταλάβω.

Όταν πεθαίνεις, το καταλαβαίνεις;

Thought #110: acknowledgement

14 Jan

Την είδα στις φωτογραφίες. Εκείνη. Εσένα. Εκείνη που ήταν ίδια εσύ. Εσένα που είσαι ίδια με εκείνη. Εκείνη για την οποία δε μου μίλησες ποτέ και γω δεν ρώτησα ποτέ τίποτα. Πάντα ήθελα να ξέρω. Να γνωρίζω τα πάντα. Πες το περιέργεια. Είμαι φρικτός.

Αλλά κατάλαβα. Κατάλαβα πολλά για σένα και σ’ αγάπησα ακόμη περισσότερο. Κατάλαβα εκείνες τις νύχτες που δεν σε καταλάβαινα, κατάλαβα γιατί σου άρεσε κι εσένα να αυτοτιμωρείσαι και γιατί εκείνη σε τιμώρησε, με τις πληγές στα σωθικά σου αόρατες με το γυμνό μάτι, ακόμη κι όταν έδειχνες αψεγάδιαστο το γυμνό κορμί σου.

Δεν είναι μόνο ο πόνος που μπορεί να νιώθεις ακόμη, μετά από τόσα χρόνια. Είναι που είσαι και συ σαν και μένα. Ακόμη κι αν η δική σου “υποκρισία” δεν είναι όπως η δική μου. Ξέρεις να κρύβεις τον πόνο, ξέρεις να φοράς σωστά το χαμόγελο. Τα πας περίφημα.

Σ’ αγαπώ γιατί είσαι και συ ένα λάθος. Ένα τέρας ηθοποιίας. Μια παράσταση που στήνεται μπροστά σ’ ένα τυφλό κοινό. Έλα να τους τρομάξουμε παρέα.

Thought #109: end of the road

4 May

3ed4f1faac5a08f7594822241e6f2723

ξέρεις κάτι;
στο τέλος του δρόμου δεν έχει φανάρια-
σταματημό δεν έχει
απλά φεύγεις, χάνεσαι, ξεμακραίνεις

στο τέλος του δρόμου έχεις μόνο δύο επιλογές:

προχωράς, συνεχίζεις, πέφτεις
ή
γυρίζεις πίσω, επιστρέφεις

Μα τη ζωή σου όμως ποτέ δεν προχωράς και ίδιος ποτέ δεν επιστρέφεις

περπατούσαμε μαζί ως το τέλος του δρόμου κι εγώ δεν καταλάβαινα
εσύ δεν μου ‘δωσες ποτέ να καταλάβω
περπατούσαμε κι ήμασταν πλάι-πλάι, λίγα μόλις εκατοστά να μας χωρίζουν
κι ας μην ήσουν στο ύψος μου, κι ας σ’ έβλεπα από ψηλά – στα μάτια μου
ήσουν ψηλότερος

ο δρασκελισμός μου γινόταν ολοένα και μικρότερος
τα πόδια μου δεν παραμέριζαν καθόλου πια

θέλησα να σταματήσω εκεί, να πέσω, να με ρουφήξει η άσφαλτος
θέλησα να φυσήξει ένας άνεμος που θα με έφερνε και πάλι στα μισά του
δρόμου

στο τέλος του δρόμου ευχήθηκα ο δρόμος να μη σταματήσει ποτέ να
ξετυλίγεται μπροστά μας
μα είχες ήδη φτάσει στον προορισμό σου
κι εγώ απόφαση δεν είχα πάρει

Thought #108: proof

9 Jun

Σε δέσανε με λεφτά απόψε. Ξεκίνησαν από τα πόδια σου, κολλούσανε τα πράσινα χαρτιά επάνω σου και τύλιγαν με προσοχή την κάθε σπιθαμή σου. Τι ιδιότυπα σανδάλια που φορούσες!

Σε είχαν γδύσει και σε έβαζαν να παρελαύνεις, να θαυμάσουν το νέο τους απόκτημα, κι εσύ, γυμνός, ντρεπόσουν. Έκρυβες ό,τι μπορούσες, η πλάτη σου διάστικτη από σημάδια και ουλές, γι’ αυτό δεν τους τη γύριζες, να τρέξεις μακριά τους, να γλιτώσεις. Τους κοίταζες κατάματα κι αυτοί σε έφτυναν, σάλιο κολλώδες και υγρό όσο πρέπει για να σταθούν επάνω σου τα χρήματα και να τα περιφέρεις στο δωμάτιο. Χρησιμοποίησαν τα μεγαλύτερα για τα απόκρυφά σου, όχι λόγω μεγέθους, μα λόγω αξίας που τους δίνανε.

Και συ συνέχιζες να ντρέπεσαι μα δε σταμάτησες να τους κοιτάς κατάματα, κι εκείνοι θεωρούσαν πως ήσουν θαρραλέος, τόσα ξέρανε, μα ήσουν πιο φοβισμένος κι από μικρό κουνέλι που έλεγες πως προστατεύεις.

Όταν έφτασαν στο πρόσωπό σου δε χρειάστηκαν το σάλιο. Τα δάκρυά σου τους αρκούσαν.

Σε κάλυψαν από κορφή ως νύχια και πλέον δε μπορούσες να περπατήσεις άλλο. Το κολάζ των αριθμών που έφερες σε πέτρωνε, σαν άγαλμα στεκόσουν και προσπαθούσες να δεις πέρα απ’ το πράσινο, τα μάτια τους, τι έκαναν, τι θέλαν από σένα.

Η χρυσαλίδα τους.

Μα δε μπορούσες να βγεις απ’ το κουκούλι σου και πέφτοντας όπως ο κορμός του δέντρου που ξαφνικά κοβότανε στα δύο, έπεσες με τόση δύναμη που η χάρτινη φυλακή σου άνοιξε και βγήκες πάλι εσύ. Με τις πληγές και τα σημάδια σου και τις ουλές σου. Γέλασαν, μάζεψαν όσα λεφτά δε σιχαίνονταν να ακουμπήσουν πια, έτσι ξεραμένα και αηδιαστικά, και προχώρησαν παρακάτω. Και δεν απέδειξες τίποτα.

Αποδείξεις δεν έψαχνε κανείς. Μονάχα διασκέδαση.