Archive | sad RSS feed for this section

Ελεύθερο Θέμα

23 Jul

Image

5ο ζητούμενο σε brief για θέση κειμενογράφου σε διαφημιστική:

Ελεύθερο Θέμα: Χελιδόνι (Περιγράψτε το)

Το σκέφτηκα, το ξανασκέφτηκα, δεν το σκέφτηκα ομολογώ πάνω από πεντάλεπτο, και απλά τους έγραψα αυτό (οκ, έγραψα κι άλλο ένα εναλλακτικό κείμενο από κάτω μη με περάσουν για τελείως σάλεμα):

Μπήκε ξαφνικά μέσα στο σπίτι και χώθηκε στην αγκαλιά μου. Σπαρταρούσε ανάμεσα στα χέρια μου, η ράχη του να ανασηκώνεται με τους λυγμούς, να σκοτεινιάζει τη μέρα μου. Το μαύρο ντύμα που φορούσε σιγά-σιγά πλάκωνε και τους δυο μας, στιλπνό, μα τα μάτια μου θάμπωναν στη θέα του. Κι όμως, κάπου εκεί, κάποτε κρυβόταν κι η ελπίδα. Έφεγγε στην άχλη του κάθε πρωινού που ερχόταν να με συναντήσει, λευκή και ζωντανή, η άλλη του πλευρά. Λίγα λεπτά, κι η φλόγα χάθηκε απ’ τα σκουρόχρωμα μάτια του, το χρώμα στράγγιξε απ’ τον σταχτί λαιμό του. Οι μακριές φτερούγες του έδωσαν άλλον έναν κτύπο στον αέρα, καθώς η ουρά του μου έδειχνε πότε τον έναν και πότε τον άλλο δρόμο, προτού τα δύο σκέλη της κοιτάξουν για τελευταία φορά τη γη. Ήταν η τελευταία μας Άνοιξη.

Μου άρεσε λίγο, μετά ακόμη περισσότερο, το ξέρω πως στο μέλλον θα το σιχαθώ. Μα καιρό είχα να γράψω, οπότε ορίστε. Καινούριο post στο blog. Και με πρόλογο και κατακλείδα. Κομπλέ. Και τώρα είμαι ελεύθερος να συνεχίσω τη μέρα μου.

Terrible love

23 Dec
Όλο αυτό ξεκίνησε από ένα ψέμα. Το ένα έγινε πολλά, τόσα πολλά και τόσο εύκολα ειπωμένα που πλέον τον κοιτούσε μαγεμένη. Οι μάχες που έζησε, οι δαίμονες που πολέμησε, ο αιώνιός του αντίπαλος. Ιστορίες που αν άλλος τις αφηγούνταν θα γελούσε και θα συνέχιζε το δρόμο της. Κι όμως. Αυτός είχε κάτι το ξεχωριστό. Κι αυτή κοντοστάθηκε και κάθισε ν’ακούσει. 

Continue reading

Thought #102: firing squad

21 Oct

Δε μπορώ να κοιμηθώ. Η υπνηλία που ήρθε και πάλι να παραλύσει το σώμα μου έφυγε στις 11:11 ακριβώς. Κάτι υπάρχει σ’ αυτούς τους αριθμούς. Στο απόλυτο μηδέν απ’ την απόλυτη μοναδικότητα, αριθμών και εννοιών. Μα βλέπω τις δυαδικές δυάδες. Του 1. Ενός. Η νύχτα μ’ έκανε να γυρίσω στα παλιά. Για να φτάσω στο σημείο να γράψω εδώ, αυτό σημαίνει. Το iTunes παίζει όλη την κατάθλιψη, δεν είναι δύσκολο αυτό, ακόμη και στο shuffle να το βάλω μεγαλύτερες πιθανότητες έχει να κάνει κάποιον να τα βάψει μαύρα παρά να χαρεί. Απλά δε θέλω να σκέφτομαι. Δε ζητάω από κανέναν τίποτα. Και δεν απαιτώ ούτε και περιμένω. Αν κάποτε ζητήσω, ευγνωμονώ και μόνο την προσπάθεια. Μα όταν κλείνω τα μάτια μου βρίσκομαι στο εκτελεστικό. Τι ειρωνικό. Βλέπω πως δε θα βλέπω σε λίγα δευτερόλεπτα. Με την εκπυρσοκρότηση θα αναρωτιέμαι ποιο είναι μου είναι αυτό που νοιώθει, αν η ψυχή είναι τόσο άτρωτη όσο λένε. Και αν βρεθώ στους δρόμους, επαίτης, θα φέρω ένα τραύμα μεγαλύτερο, φτωχομπαλωμένο. Στο σώμα η πληγή θα έχει κλείσει λάθος γι’ άλλη μια φορά και βγάζοντας τα σκάγια θα κλαίω την παιδική μου αθωότητα κραδαίνοντας για όπλο μου το φόβο.

Ο κλέφτης των πάντων και ο κλέφτης του πάντοτε (μέρος 3ο)

5 Aug


Όταν άνοιξε τα μάτια της, το μόνο που έβλεπε πυκνό σκοτάδι. Η νύχτα ακόμη δεν είχε εγκαταλείψει την πόλη. Το βιολογικό της ρολόι είχε καταστραφεί. Ήταν η τέταρτη φορά σε μια βδομάδα. Αυτή που πάντα ζούσε με πρόγραμμα…

Ενστικτωδώς, ακούμπησε την κοιλιά της στοργικά, και με τα δύο χέρια, τη χάιδεψε και έγειρε να ξανακοιμηθεί. Μα δε θα ήταν ούτε πέντε τα λεπτά και το κουδούνι πάλι χτύπησε, ο διαπεραστικός ήχος που πλέον μισούσε μα της είχε γίνει απαραίτητος. Στιγμιαία ήλπισε να είναι εκείνος, μα όχι. Ένας άλλος θα ήτανε στην πόρτα, έτοιμος γι’ αυτήν, ξελιγωμένος… Κι αυτή απροετοίμαστη.

Έκανε να φορέσει τα πεταμένα και ιδρωμένα ρούχα που αγκάλιαζαν το πάτωμα και όχι το κορμί της, αλλά το ξανασκέφτηκε και του άνοιξε γυμνή. Αυτό που ήθελε να δει. Ένα κομμάτι κρέας.

Από το φως του διαδρόμου όμως, το σώμα της φάνταζε μ’ αγάλματος, σμιλεμένο επιμελώς, θελκτικές καμπύλες το κάλυπταν. Ήξερε τι είχε και έλεγε πως αν έσπαγε κάποτε και τον τελευταίο ηθικό φραγμό, θα το πουλούσε για να ζήσει ακόμη πιο άνετα. Μ’ ένα της νεύμα στο κρεβάτι τον προσκάλεσε και έκλεισε τα μάτια.

Στα χρόνια της απελπισίας της μετρούσε ανδρικά κορμιά να πέφτουν πλάι της εκατοντάδες και να γεμίζουνε τη μνήμη στο κινητό και το κεφάλι της, ένας δικός της παράνομος στρατός αχόρταγων. Είχε αργήσει να μεγαλώσει, να βγει από την εποχή που όλα γι’ αυτήν ήτανε ροζ όσο τα φουσκωμένα μάγουλά της. Που οι μόνοι εραστές που γνώριζε έρχονταν σε κουτιά, ευνουχισμένοι φίλοι μιας φτιασιδωμένης Barbie. Μετά ήρθε εκείνος και όλα έγιναν τόσο γρήγορα… Βιαστικά… “Βιάστηκα”. Να ερωτευτεί και να δωθεί. Ολόψυχα.

Δάκρυα συγκρατούσαν τώρα τα μάτια της, αβέβαιη αν έφταιγε το χέρι του που της μελάνιαζε το κορμί ή οι σκέψεις που με τίποτα δεν έμπαιναν σε κούτες ν’ απομακρυνθούν και σώμα και μυαλό να καταλαγιάσουν. Είχε μείνει κολλημένη στον έναν, αυτή, η γκόμενα των πολλών. Ό,τι είχε αφήσει πίσω του δε θα το έβλεπε ποτέ, κι όμως θα ήταν ευτυχισμένος. Αυτή όμως είχε χάσει τα πάντα και πιο πολύ της έλειπε η παιδική της αθωότητα.

Τον έδιωξε με το που τελείωσε, δε θα μάθαινε ούτε τ’ όνομά του. Δεν την ένοιαζε. Τίποτα δεν τη γέμιζε. Μόνο οι στιγμές στις οποίες ένοιωθε να εξαφανίζεται. Πόσο ειρωνικό… Γέμισε τη μπανιέρα και μπήκε μέσα. Χάθηκε, από τον κόσμο και τα προβλήματά της, βουλιάζοντας στο ζεστό νερό με μια βαθειά ανάσα. Κι ούτε που πρόσεξε το αίμα…

Οι ατμοί θόλωναν το παράθυρο του μπάνιου και έκρυψαν το χαμόγελό του. Ήταν η πιο μεγάλη νύχτα του χρόνου και το χιόνι μόλις είχε αρχίσει να πέφτει…

(συνεχίζεται…)

Ο κλέφτης των πάντων και ο κλέφτης του πάντοτε (μέρος 2ο)

16 Jul


Από το παράθυρο ίσα που αχνοφαίνονταν πίσω από τις τραβηγμένες κουρτίνες. Κι όμως συνέβαινε…

Το σώμα της έπιανε μετά βίας τα τρία τέταρτα του κρεβατιού. Έτσι πως είχε μαζευτεί ολόκληρη, σε μια μπάλα σα μωρό, στα υγρά σεντόνια που είχανε μουλιάσει με τα δάκρυά της, ούτε που τον άγγιζε.

Ξάπλωνε δίπλα της μισοκοιμισμένος και δεν έδινε σημασία. Σκεφτόταν να σηκωθεί να πάει ως την κουζίνα να φτιάξει κάτι να φάει, αλλά και μόνο στη σκέψη ένοιωσε να βαριέται. Να σερνόταν ως τον υπολογιστή για να δει αν του είχε μιλήσει; Είχε γεμίσει ένα τασάκι περιμένοντας. Στο διάολο κι αυτός. Σκεφτόταν… Όλα για τον εαυτούλη του. Αυτήν πάντως όχι. Την είχε δει να χάνεται μπροστά του μέσα σε λίγα λεπτά, να σπάει, να τρέμει, να ξερνάει το άδειο της στομάχι και όλα για ένα τίποτα. Και μια, και δυο, και τρεις φορές. Τον μισούσε γιατί την έκανε να φαίνεται ηλίθια στα μάτια του. Σιχαινόταν να τη βλέπει έτσι. Να ερωτεύεται μια οπτασία που πέρασε και δεν ακούμπησε. Έναν αόρατο άνθρωπο.

Τον ήθελε όσο τίποτα, αυτό ένοιωθε. Και δε μπορούσε πια να συγκεντρωθεί πουθενά. Στη δουλειά την προειδοποίησαν. Ο άλλος δεν καταλάβαινε. Του ευχήθηκε κάποτε να το πάθει για να δει πως τα αισθήματα θα ξεχειλίσουν και θα τον καταβάλουν. Πίστευε πως του έλειπαν τα ανθρώπινα συναισθήματα. Δεν ήταν παλιά έτσι. Έκλαιγε μαζί με άλλους για τον πιο παιδιάστικο πόνο. Τώρα; Δεν ήθελε να ακούει το όνομά του, έλεγε πως θέλει να τον διαλύσει. “Καμία βάση”, μονολογούσε, το πρόσωπό του ξαφνικά ανέκφραστο. “Καμιά συμπόνοια”, θα έλεγε αυτή.

Μα πώς… Εδώ δεν κοιτούσε το χάλι στο οποίο βρισκόταν ο ίδιος. Έβλεπε έξω απ’ το παράθυρο, σκοτάδι στην πόλη, ούτε άστρο να φωτίζει, μαύρη κι η ψυχή του. Κι ήθελε να το σπάσει και να φύγει κάτω, δέκα ορόφους κάτω, να γίνει ένα με το κρύο πεζοδρόμιο, να τον φάνε τα σκυλιά, δεν ήθελε άλλο να ζει. Καταριόταν όποιον του έκλεψε το χαμόγελο και τότε σα να του φάνηκε πως είδε κάτι να κινείται εκεί έξω.

“Ακόμα κι οι σκιές χλευάζουν τα κουφάρια μας”… ήταν η τελευταία του σκέψη πριν αποκοιμηθεί.

(συνεχίζεται…)

Ο κλέφτης των πάντων και ο κλέφτης του πάντοτε (μέρος 1ο)

12 Jul


Είχαν περάσει μόλις λίγα λεπτά από τη στιγμή που αποφάσισε να σταματήσει σ’ εκείνη τη σκεπή. Τα ρούχα του πιο μαύρα κι απ’ την πίσσα, κι ας προτιμούσε πιο πολύ το γκρι, το χρώμα που ‘χε εικόνα σαν τη στάχτη και θύμισες νεκρών. Όπως αυτούς που είχε πάλι κάποτε επιλέξει.

Ένα με τη σκοτεινιά της νύχτας, ήταν αποφασισμένος να βάλει το σχέδιό του σε εφαρμογή. Έλυσε τη ζώνη που έκανε το μακρύ μαύρο παλτό να αγκαλιάζει σφιχτά τη μέση του και ξεκούμπωσε δύο κουμπιά απ’ το πουκάμισό του. Και τότε άνοιξε το στόμα. Το δεύτερο, το τερατόμορφο, με την ακόρεστη δίψα για τροφή. Ένα γεύμα αλλιώτικο απ’ τ’ άλλα, ζεστό, χορταστικό, όσο κανένα.

Ήλπιζε κανείς να μην τον διακόψει εκείνη τη βραδιά, η αποστολή του ήτανε σημαντική κι αυτή που τον κρατούσε στη ζωή. Κι αν τύχαινε να τον δει, εκεί ψηλά όπου βρισκόταν, κάποιος από τους ζωντανούς, ήτανε σίγουρο πως απ’ την όψη του και μόνο θα έσβηνε μεμιάς και μάτια σε κανέναν δε θα άνοιγε ξανά.

Τον πλήγωναν εκείνες οι… “παράπλευρες απώλειες”. Ή έτσι θεωρούσε. Δεν ήξερε. Ένοιωθε σουβλιές στα σωθικά του, μα πιθανόν να ήταν η γλώσσα η δαιμονική που του σταζε χολή πια μέσα, γιατί δεν ήθελε μια τέτοια γεύση.

Η επιλογή είχε γίνει χρόνια τώρα. Και πάλι χρόνια ήταν που πέρασαν, οι κατάσκοποι που ζούσαν στις σκιές, να συλλέγουν πληροφορίες για κάθε έναν ξεχωριστά, να είναι σίγουρος Εκείνος πως ήταν το βάλσαμο που επιζητούσε για ένα ανήσυχο στομάχι.

Ο μυς που ξετυλίχτηκε γεμάτος σάλιο και χολή, έκανε την ατμόσφαιρα να μυρίζει από τη σαπίλα ενός υποκόσμου, τόσο βαθειά χωμένου στα έγκατα της γης που θα ‘λεγε κανείς πως δε θα γλίτωνες ποτέ. Κι ενώ το υπόλοιπο κορμί απαρασάλευτο στεκόταν, η γλώσσα αυτή ξεκίνησε να πάλλεται, χορό δαιμονικό να σέρνει, δίνοντας στον άερα με το ρυθμό της εντολές να φέρει πιο κοντά το πρώτο θύμα…

(συνεχίζεται…)

Thought #94: Autophagy

20 Jun

Συνέβη ασυναίσθητα. Μια υπόσχεση που αθέτησα χωρίς να το σκεφτώ. Για πρώτη φορά μετά από ένα χρόνο. Σχεδόν… Είχα ξεκινήσει απ’ τις άκρες των δαχτύλων μου. Δεν άντεξα. Χωρίς να το καταλάβω, είχα βρεθεί να καταπίνω το ένα δάχτυλο μετά το άλλο, έστω κι αν τα κομμάτια ήταν αρχικά πολύ μικρά. Δε θα έμενα στα νύχια. Δεν ήταν άγχος. Ήταν κάτι χειρότερο. Ήθελα να σπάσω τη συμφωνία. Να αθετήσω το λόγο μου. Να αντιδράσω για τα δεσμά που μου επέβαλλα. Μ’ ένα χέρι λιγότερο και δεν ένοιωθα πόνο. Μόνο ευχαρίστηση.

[…]

Να με κατατρώω και απ’ έξω όπως σάπιζα από μέσα. Ήταν ακατάληπτο το πως τα δόντια μου ήταν ικανά να κόψουν τόσο εύκολα τη σάρκα, να την ξεριζώσουν και να τη μασήσουν. Εξαφανιζόμουν ολοένα και προς τα μέσα, ενώ το πάτωμα είχε γεμίσει αίματα. Μια ακατάσχετη αιμορραγία, είχα βαφτεί κόκκινος μα συνέχιζα. Δεν ήταν κανιβαλισμός, ήταν αυτοφαγία. Η μεγαλύτερη βλασφημία που θα μπορούσα να έχω κάνει έπειτα απ’ όσα είχα δώσει όρκο να μην κάνω. Να βουτηχτώ σε ακάθαρτο αίμα από μια καρδιά που σιγοέσβηνε με κάθε δαγκωματιά.

…And I can’t believe
How I’ve been wasting my time

In 24 hours they’ll be
laying flowers
on my life, it’s over tonight…

Jem – 24

Thought #93: weighing moments

7 Jun


Αναρωτιέμαι αν όσα έχω κάνει, όσα δεν έχω κάνει και όσα θα ήθελα να έχω κάνει έχουν καμία σημασία. Από την άλλη, όσα κάνει κάποιος πώς ζυγιάζονται με όσα επίσης έχει κάνει; Τα καλά και τα άσχημα. Προς τα πού κλίνει η ζυγαριά; Μπορεί το ένα (1) να είναι βαρύτερο των τεσσάρων (4); Χρόνων, στιγμών, ιστοριών και δακρύων; Και να λέει κάποιος πως… “χάθηκε μονομιάς”; Η μια μέρα χαράς εξαλείφει όσες πόνου ακολουθήσουν; Και τι πραγματικά αξίζει; Το βαρύτερο τίμημα είναι δυνατό να σβήσει από το μυαλό κάθε μνήμη;

Νόμιζα πως δεν είναι υπολογιστής ο άνθρωπος να πατήσει το delete τόσο ψυχρά όσο το κάνει το δάχτυλο στο πληκτρολόγιο. Ακόμα και τότε όμως κομπιάζει έστω και ασυναίσθητα για κλάσματα του δευτερολέπτου μήπως κι αυτό που εξαλείφει είναι τελικά πιο σημαντικό απ’ ότι θεωρούσε. Και στον κάδο ανακύκλωσης του δίνεται ένα περιθώριο χάριτος πριν την οριστική διαγραφή. Είναι θέμα επιλογών. Μήπως και επαναφερθεί στο ψυχρό σύστημα.

Ίσως βέβαια τα μηνύματα να έρχονταν και να τα απέκλεια, κλείνοντας άλλοτε τ’ αυτιά κι άλλοτε τα μάτια, και η αναμονή μου στον κάδο να υπήρχε. Γιατί αν δεν υπήρχε, τότε σήμαινε πως η πορεία μου δεν ήταν παράλληλη ποτέ, αλλά δεν υπήρχε ούτε κι αυτή. Ήμουν μια διακεκομμένη γραμμή που προσπαθούσε να εξαφανίσει οριστικά. Και όσο αυτή προσπαθούσε να ακουμπήσει πάνω στην ευθεία που χάραζε ο ίδιος, δεν της το επέτρεπε.

Όταν με τη σειρά της για μια στιγμή διεκόπη και τρύπωσα στο κενό, ίσως να μην ήθελε εξ αρχής να συμβεί κάτι τέτοιο. Και να πήρε το μολύβι, να χάραξε μια άλλη ευθεία σε μια σελίδα που εγώ δεν είχα θέση. Όμως το πάχος του χαρτιού μου επέτρεπε να βλέπω τι συμβαίνει. Και πάλι προσπάθησα αλλά μάταια.

Μέχρι που ήρθε στις ζωές μας πάλι το ένα (1). Ένας – μήνας, μία – στιγμή, , ένα – παραστράτημα. Από πότε το ένα (1) έγινε μεγαλύτερο του τέσσερα (4); Εκτός κι αν δεν υπήρχε χώρος για μένα καθόλη τη διάρκεια σε κείνο το βιβλίο να χαράξω και γω τη γραμμή μου. Μα βρισκόμαστε στην εποχή των υπολογιστών. Όχι άλλο χαρτί στην εποχή που όλα γίνονται ακαριαία, χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς τύψεις. Ψυχρά. Ασυναίσθητα χωρίς συναισθήματα… Με το πάτημα ενός κουμπιού.

Thought #92: untagged

2 Jun


Ο homme sweet homme μου είπε:

Στην πράξη, ένας […] κυκλοφορεί με μία πέτρα και ένα σκοινί στην τσάντα. Αν πιστέψει πως το αξίζεις, θα τα συναρμολογήσει και θα πέσει στο ποτάμι, τη στιγμή ακριβώς που θα τού το ζητήσεις. Κι επειδή είναι τόσο αφοσιωμένος, δεν μπορεί να συγχωρέσει. Ούτε να εξηγήσει, φυσικά.

Ορισμένες φορές σκέφτομαι πως δε μπορεί ούτε να αγαπήσει. Ή να εκτιμήσει. Να νοιώσει, να αισθανθεί, να δείξει συναισθήματα. Δε θέλω να φτάσει στο δικό μου άκρο. Θέλω κάτι παραπάνω από μια απρόσωπη προγραμματισμένη αντίδραση γενικότερης απάθειας.

Και γω λειτουργώ με τον ίδιο τρόπο. Ανεβάζω. Όσο πιο ψηλά γίνεται. Φταίει ο υπερ-ενθουσιασμός. Οι αυτόματες ταμπέλες. Είναι η τιμωρία μου. Να κυκλοφορώ με ένα από αυτά τα μηχανάκια που έχουν στα σούπερ μάρκετ και βγάζουν τις αυτοκόλλητες ετικέτες στα προϊόντα. Και οι τιμές που βάζω, αυτά που δίνω, είναι τα μέγιστα. Δεν απαιτώ. Περιμένω. Την ανταπόκριση.

Δε λειτουργούν όλοι το ίδιο. Άλλοι στάζουν την αγάπη με το σταγονόμετρο, λίγη τη φορά, δεν περιμένουν τίποτα. Εγώ πνίγω. Μεταμορφώνομαι σ’ ένα τέρας που μπροστά στα μάτια του βλέπει ό,τι αγαπάει περισσότερο και δεν αφήνει να ξεγλιστρήσει, να κατρακυλήσει κάτω στη σκάλα που έχει φτιάξει στο μυαλό του. Τα “πταίσματα” για μένα σε αφήνουν σταθερό εκεί ψηλά. Σε αυτά που θεωρώ αδικήματα το πόδι σου γλιστράει, χάνει το πάτημα, κοντεύει να πέσει, μα δεν το επιτρέπω.

Παλεύω με νύχια και με δόντια για ελάχιστους. Γιατί όλοι ξεκινούν από την κορυφή. Στην αχαριστία η σκάλα εξαφανίζεται. Δεν υπάρχει καν πάτημα, κράτημα, βοήθεια καμία. Γκρέμισμα από τον ουρανό, έκπτωτος στην κόλαση. Ανοίγω τότε το στόμα μου φτύνοντας πύρινα λόγια όσο τα νύχια μου μπήγονται πια στο κορμί, το δικό μου άγγιγμα ποτισμένο με δηλητήριο.

Είχα ορκιστεί να μην το ξανακάνω. Νοιώθεις το μεγαλύτερο θύμα μετά. Όταν το γυαλί ραγίσει δεν ξανακολλάει. Μα τώρα προσπαθώ να μαζέψω τα κομμάτια. Για άλλη μια φορά. Δε θα χτυπήσω την ενοχή. Θέλω την κατανόηση. Και ίσως φορέσω πια φίμωτρο στην καρδιά μου και διαλύσω και το μηχανάκι. Να αλλάξει το μέλλον. Αν… είναι θέμα ωρών πλέον.



Thought #91: And then it hit me…

20 May

– Get off the bus.
I can’t.
– Why not.
Because… because it doesn’t hurt here. I don’t want to be in pain, I don’t want to be miserable…. and I don’t want him to hate me.
– Well, you can’t always get what you want.

House, S04E16, Wilson’s Heart

It takes the pain of a wreck. And realization hits home…