Bardo Thodol

30 Mar

Ζούσε, μια φορά κι έναν καιρό, ένας άνθρωπος πολύ ματαιόδοξος. Δεν είχε χρόνο για κανέναν, μονάχα για τον εαυτό του. Δεν έκανε κάτι το σπουδαίο, ούτε και ήτανε σπουδαίος. Κι αυτό ήταν το σαράκι του. Είχε γεμίσει το σπίτι του καθρέφτες και έβλεπε το είδωλό του μέσα τους την κάθε μέρα που περνούσε. Τι χαρά έκανε κάθε τόσο που ξεχνιόταν και νόμιζε πως τον κοιτάζουν! Πως του δίνουν σημασία. Δεκάδες μικρά κεφάλια και άλλα μεγαλύτερα και άλλα τόσα τα ζευγάρια μάτια πάνω του που αγκάλιαζαν τους τοίχους του και φούσκωναν το εγώ του. Όμως δεν του ήταν αρκετό, γιατί στον έξω κόσμο ήταν ένας άγνωστος.

Δεν είχε δουλέψει ποτέ του, μα ήξερε πως αν ποτέ του ασχολούνταν με κάτι θα ήταν με την ηθοποιία. Όχι για να ποιήσει ήθος, περισσότερο μάλλον για να γεννήσει πάθη και να γίνει το όνομά του ξακουστό. Μα δε χρειαζότανε δουλειά. Είχε την άνεση να κάθεται κλεισμένος μέσα και να χαζεύει τα λακκάκια του όποτε χαμογελούσε, βλέποντας για την εκατομμυριοστή φορά το πρόσωπό του. Όταν βαριόταν την κλεισούρα, γιατί το είδωλό του ποτέ δεν το βαριόταν, έπαιρνε μία απ’ τις βαλίτσες του και γύριζε τον κόσμο. Κι ήταν σ’ ένα απ’ τα ταξίδια του, που έπεσε στα χέρια του εκείνο το βιβλίο. Κι έτσι ξεκίνησε αυτή η ιστορία. Γιατί ο άνθρωπος αυτός δεν ήτανε μονάχα αλαζόνας. Ήτανε και τυχερός, μέσα στην ατυχία που τελικά θα έβρισκε κι εκείνον. Τόσο τυχερός για την ακρίβεια που δε μπορούσε να πεθάνει.

Το βιβλίο εκείνο ήταν ό,τι καλύτερο του είχε συμβεί. Θα ευγνωμονούσε το γέρο μοναχό που βρέθηκε στο δρόμο του και του το έδωσε την ώρα που φωτογράφιζε τον εαυτό του υπό γωνία, 3/4, να φέγγει ο ήλιος το χλωμό του πρόσωπο, αλλά δεν ήξερε τι πάει να πει ευχαριστώ. Μέσα στις σελίδες του, βρήκε το μυστικό της αιωνιότητας και οι μέρες του πλέον γέμιζαν από μελέτη κι αφοσίωση στο να πετύχει σωστά την τεχνική, τόσο που οι ρυτίδες κάλυψαν το πρόσωπό του καθώς ξεχύνονταν αργά από τις άκρες των ματιών του. Ήταν η πρώτη φορά που ένοιωθε λιγότερο όμορφος από τον Άδωνη που έβλεπε μπροστά του στις αντανακλάσεις. Και όταν άφησε την τελευταία του πνοή, αποχαιρέτησε το άσχημό εγώ του μ’ ανακούφιση.

Ήταν ο πρώτος από τους πολλούς θανάτους του. Δεν ήταν ακριβώς πως δε μπορούσε να πεθάνει. Ίσως αυτό δεν ήτανε αλήθεια. Ίσως ακόμα και να πέθανε περισσότερες φορές από τον κάθε άλλο. Είχε αποκτήσει όμως όλη τη γνώση εκείνη, που του έδινε τη δυνατότητα ξανά να επιστρέφει ανάμεσα στους ζωντανούς. Έτσι και έγινε και ξάφνου το στέρνο του βρήκε να μοιάζει με στήθος γυναικείο και η λεκάνη του άνοιξε μήπως και έβγαζε ποτέ του από μέσα της παιδιά. Τα μαύρα, άχαρα μαλλιά του έδωσαν τη θέση τους σε μία χαίτη μακριά, ολόχρυση κι ήτανε πια μικρότερος από ποτέ. Μία κοπέλα που θα γινόταν ερωμένη των πολλών. Μα όσοι και να υπέκυπταν στην ομορφιά της , η φήμη της δεν έφτανε τα πέρατα του κόσμου. Παρέμενε στα σκέλια της. Κι έτσι ο ματαιόδοξος έδωσε τέλος στη ζωή του.

Όσες φορές και να προσπάθησε, γεννιότανε γυναίκα. Έγινε φίλη, μα δεν είχε ποτέ του μάθει να ακούει. Κι ας είχε ακούσει πως οι φίλοι μένουν ως το τέλος και για πάντα, δεν ήταν ο καλύτερος και τον αντικατέστησαν. Κι έχασε πάλι στο παιχνίδι της αλαζονίας και δεν τον έμαθε κανείς. Κι ήταν που σκέφτηκε να γίνει μάνα, ρόλος ιερός για το φύλο στο οποίο βρέθηκε να κατοικεί. Όλοι τους θα τη σέβονταν και θα την αγαπούσαν. Αλλά δεν ήξερε να δίνει. Γιατί ο άνθρωπος αυτός αγαπούσε μονάχα τον εαυτό του.

Χάθηκε μόνος κι αβοήθητος, ένα τέλος που δεν άρμοζε σε μια μητέρα. Εκτός απ’ τη συγκεκριμένη. Πίστευε πως κρατούσε ο ίδιος τα ηνία της μοίρας του, αλλά ήταν γελασμένος. Στα χρόνια που ακολούθησαν πνίγηκε, κάηκε ζωντανός, θάφτηκε κάτω από ερείπια, μα ήταν ένας από τους πολλούς που βρήκαν οι καταστροφές και τ’ όνομά του δε θα έμενε παρά για λίγες μέρες στις σελίδες των εφημερίδων και το γυαλί της τηλεόρασης, ώσπου να ξεχαστεί, μιας και κανείς δεν τον αναζητούσε και δεν υπήρχε να τον κλάψει.

Είχε τόσο πείσμα, που δεν το έβαλε κάτω. Θα έβρισκε μία ζωή αντάξια του εαυτού του, θα έκανε τους άλλους να νοιώθουν δέος στο πέρασμά του, να ριγούν με το που άκουγαν το όνομά του, να ζητωκραυγάζουν σε κάθε του εμφάνιση. Και έμεινε καρτερικά να περιμένει την επόμενή του ενσάρκωση για να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιό του. Γιατί ο άνθρωπος αυτός θα σκηνοθετούσε τον επόμενό του θάνατο. Και θα το έκανε με τρόπο τέτοιο, που όλος ο κόσμος θα βυθιζότανε σε πένθος.

Η ιδέα ήτανε τόσο έξυπνη, ή έτσι πίστευε. Γιατί ο ματαιόδοξος, πίστευε πάντα στον εαυτό του και σ’ ό,τι κατέβαζε το -λαμπρό- για εκείνον μυαλό. Ιδέα μοναδική μα και πρωτότυπη, θα μπορούσε να τον αποκαλέσει κανείς δαιμόνιο και ευφυή, ακόμη και πεφωτισμένο. Ένοιωθε απίστευτη περηφάνεια.

Και σκέφτηκε να επιλέξει το όνομα με το οποίο ξεκίνησε να ζει σ’ αυτό τον κόσμο και να το δώσει στην καινούρια του ενσάρκωση. “Τι έξυπνη που ήτανε η ιδέα του, τι όμορφο μυαλό έκρυβε μέσα στο κεφάλι του!” έλεγε και ξανάλεγε μονολογώντας, σε τρίτο πρόσωπο πάντα γιατί ο θαυμασμός ξεκινούσε από τον ίδιο. Και κάποιες φορές εκεί και σταματούσε. Δε χρειαζότανε να γίνει κάτι αυτός ο άνθρωπος. Απλά να σιγουρέψει πως θα ήταν άνθρωπος, αρτιμελής και υγιής. Τόσοι θα πέφταν στην ανάγκη του. Και έτσι άρχισε να δίνει. Για πρώτη του φορά, έδινε αβίαστα, μπορεί κι αλόγιστα χωρίς να σκέφτεται. Κι έδωσε το χέρι του να βοηθήσει, μα και τα μάτια του για να μπορούν να δουν οι άλλοι, το πρόσωπό του να καλύπτει την ασχήμια τους και την καρδιά του κι ας μη χτυπούσε για κανέναν. Πάντοτε τελευταίο έδινε τον εγκέφαλο, το πιο πολύτιμο που νόμιζε πως είχε και το πνεύμα του μετά δε χρειαζόταν.

Και κάθε νέο κορμί που αχρήστευε είχε το όνομά του, εκείνο με το οποίο χαιρέτησε τον κόσμο και κόντευε πια και ο ίδιος να ξεχάσει. Με κάθε κομμάτι του που χάριζε, ένοιωθε δυνατότερος αντί μακελευμένος, τόσο που με τον καιρό κατέληξε να κατοικεί σε τόσους, που όλοι πρόσθεταν το όνομα εκείνο στις δικές τους προσευχές και στο οποίο κανονικά θα όφειλαν αιώνια ευγνωμοσύνη. Μα πάλι δεν του ήταν αρκετό, γιατί ο “αιώνας” δεν ήτανε για όλους ίδιος και ξάφνου σταματούσαν να τον εξυμνούν και τελικά κομμάτι του η Ιστορία δε συγκράτησε, μα τον απέβαλε και γύρισε και πάλι στην αρχή.

“Τι αχάριστοι που είναι οι άνθρωποι!” αναφώνησε ο ματαιόδοξος, χτυπώντας χέρια-πόδια σα μικρό παιδί. Τους έδωσε τα πάντα κι εκείνοι του ξεπλήρωσαν το χρέος τους βουτώντας τον στη λήθη; Δε θα το άφηνε να περάσει έτσι κάτι τέτοιο. Όχι. Ήτανε πολύ περήφανος για να αφήσει τους άλλους να τον κοροϊδέψουν. Και ζήτησε απ’ τους θεούς να γίνει άντρας, να επιστρέψει δηλαδή στο φύλο που γεννήθηκε.

Κανείς δε γνώριζε εάν τον άκουσαν ή ήταν για άλλη μια φορά η τύχη του που τά ‘φερε έτσι, μα βρέθηκε να κατοικεί πια σ’ ένα σώμα από πολέμους κι από μάχες μαθημένο, με τα σημάδια να αποδεικνύουν την ανδρεία του. Αυτός που έδωσε ζωή θα ήταν και εκείνος που θα την έπαιρνε και πίσω. Και όσους βρέθηκαν στο δρόμο του τους σκότωσε, χαράκωσε τα κορμιά τους και τα παράτησε με πόνο να ψυχορραγούν. Κι ο άνθρωπος εκείνος σφάγιασε και έπνιξε και δάκρυ για κανέναν τους δεν έριξε. Μήπως κι εκείνοι όταν χανόταν έδειξαν ποτέ τους να ενδιαφέρονται; Φούντωνε η οργή του που θόλωνε πια και μυαλά -λαμπρά- σαν το δικό του. Αχάριστοι. Κάθε φορά που έφευγε άλλη μια σφαίρα απ’ το πιστόλι του, κάθε φορά που το μαχαίρι του έκοβε τη σάρκα, αυτή ήταν η λέξη που του ερχόταν στο μυαλό. Όταν εκείνη η γυναίκα με μάτια βουρκωμένα ρώτησε το όνομά του όμως, σάστισε. Όπως κι εκείνη όταν τ’ άκουσε, μιας και η κόρη της είχε πάρει κάποτε τα μάτια του. Αχάριστοι;

Ο τόπος έμοιαζε έρημος και ο σφαγέας βρήκε ένα θρόνο για να πει δικό του, όπως και τόσοι άλλοι βασιλιάδες πριν από εκείνον. Μα κανένας δεν τον έφτανε σε τίποτα. Είχε πετύχει το σκοπό του. Και οι θεοί δεν έδειξαν να ενδιαφέρονται.

“Παράξενο”, σκέφτηκε ο βασιλιάς. “Πού πήγαν όλοι; Γιατί δε με θαυμάζουν; Γιατί δεν υποκλίνονται μπροστά στο μεγαλείο μου;” αναρωτιόταν διαρκώς καθώς παρατηρούσε απ’ το ψηλότερο σημείο του παλατιού τη χώρα του. Εκείνη, βυθισμένη στη δυστυχία με τίποτα πια όρθιο στην επιφάνειά της εκτός απ’ το ανάκτορο εκείνο, κι εκείνοι, όσοι απ’ τους ανθρώπους είχαν γλιτώσει τη μανία του, κρυμμένοι σε σπηλιές, φυγάδες. Ο ματαιόδοξος δεν είχε πια λαό να βασιλεύσει.

Από την αγανάκτησή του, που έφτασε τόσο κοντά σ’ αυτό που έλεγε δικαίωση μα πάλι τα φρούτα της δε γεύτηκε, έπεσε από εκεί όπου στεκόταν και μέχρι το σώμα του να βρει τη γη σκέφτηκε την επόμενη προσπάθειά του. Δεν έπαιρνε χρόνο για κάποιον με το δικό του το μυαλό να καταστρώσει κάτι το τρομερό σε σύλληψη.

Χρειαζόταν απλά υπομονή. Χρόνο. Θα τα έκανε όλα τέλεια. Όπως έπρεπε για να τα έχει όλα δικά του. Ο κόσμος θα του άνηκε γιατί θα ήτανε πραγματικά δικός του. Μόλις το σώμα του άλλαζε για άλλη μια φορά σε γυναικείο, θα γεννούσε ένα λαό να διατάζει κι ένα βασίλειο να κυβερνά. Έτσι και έγινε. Ξεκίνησε με έναν από τους άντρες που είχαν απομείνει και ούτε οι γιοι του όταν μεγάλωναν του γλίτωσαν. Και δε σταμάτησε να βγάζει παιδιά μέσα απ’ τα σπλάχνα του ως τα βαθειά γεράματα. Ο κόσμος ξαναχτίστηκε από τα χέρια τους. Τώρα το μόνο που είχε να κάνει ήταν να κερδίσει την αγάπη τους στη νέα του μορφή. Και αν αυτό δε συνέβαινε ποτέ, οι κύκλοι ήταν ατέρμονοι κι η τύχη του μεγάλη. Όλο και κάτι θα σκεφτόταν…

Καθώς η ψυχή έφευγε απ’ το σώμα, άφηνε το άδειο κουφάρι πίσω του και συγκέντρωνε όλη τη σκέψη και την τύχη του για να βρεθεί σε ένα νέο σώμα που θα φιλοξενούσε όλες του τις φιλοδοξίες. Είχε διαβάσει τόσες πολλές φορές εκείνο το βιβλίο, που μπορούσε να θυμάται το κάθε σημείο στίξης του. Στα έξι του κεφάλαια, εξηγούσε βήμα-βήμα ολόκληρη τη διαδικασία. Από τη γέννηση και τη ζωή, τα όνειρα και τη μελέτη, στο θάνατο, τη διαύγεια και πάλι στη ζωή. Υπήρχαν φορές που η μετάβαση δε γινόταν μ’ ευκολία, ίσως γιατί δε συγκεντρώθηκε αρκετά, ίσως γιατί το σώμα εκείνο τον απέρριπτε – μα πώς ήταν δυνατόν κάποιος να απορρίπτει ένα πνεύμα σαν και το δικό του; – και βρισκόταν να αιωρείται πάνω απ’ τους ανθρώπους μέχρι να γίνει η αλλαγή. Δεν ήξερε τι γινόταν το πνεύμα όσων άλλαζε, μα ούτε και τον ένοιαζε. Αρκεί να τον επευφημούσαν.

Ήταν μία από κείνες τις φορές. Καθώς χαμήλωνε το βλέμμα του, η καρδιά του, αυτή που πρόσμενε να ξανααποκτήσει, θα χτυπούσε δυνατότερα. Το πλήθος ήταν μαζεμένο, εκατοντάδες κόσμου εισέρχονταν σε μία αίθουσα και έμοιαζαν κάτι να περιμένουν. Αυτόν! Περίμεναν αυτόν να ανεβεί στη σκηνή, να τους μιλήσει! Στα παιδιά του! Στο λαό του! Πόσο χαιρόταν! Πόσο εκστατικά στριφογυρνούσε πλέον στον αέρα μέχρι να βρει και να χωθεί στον αρχηγό τους! Δε χρειαζόταν καν να προσπαθήσει. Η τύχη του δούλεψε και πάλι. Ήταν όμως κι οι άλλοι τυχεροί. Δε χρειαζόταν κανέναν να σκοτώσει.

Τον είδε τότε να μπαίνει μέσα, προχωρούσε με την αυτοπεποίθηση που άρμοζε σε κείνον. Εκεί κατευθυνόταν. Ψηλός, γυμνασμένος, όμορφος. Ένα αντάξιο κορμί για το ματαιόδοξο. Έκλεισε τα μάτια της ψυχής του και ανακουφισμένος περίμενε την τελευταία του αλλαγή.

Αυτό ήταν. Άρχισε το πνεύμα του να αποκτά μορφή, να πλάθεται στο σώμα που οι θεοί για κείνον είχαν επιλέξει. Ένα υπέροχο κορμί. Ένας νεότατος βασιλιάς που είχε τα πάντα. Πρώτα, άνοιξαν οι πλάτες του. Σε κείνες πια θα σήκωνε όλα τα βάρη που τον απασχολούσαν: μήπως και είχε κάποια ουλή το πρόσωπό του, μια αμυχή το σώμα του, κάποιο σημάδι στο λαιμό του. Τα μπράτσα του θα βοηθούσανε κι εκείνα, στο δύσκολό του έργο. Είχανε σφίξει, είχανε γίνει στιβαρά. Ο κόσμος συνέχιζε να συρρέει στο δωμάτιο εκείνο, ακόμη κι όταν τα πόδια του πατούσαν πια γερά στο κόκκινο χαλί. Η λεκάνη του είχε μεγαλώσει ανεξήγητα πολύ για άντρα και το στέρνο του ήταν ακόμη κοίλο. Έκανε ένα βήμα με τα πόδια του μα δε σηκώνονταν από το έδαφος. Τα μάτια του ακόμη δεν είχαν δημιουργηθεί και άνοιξε εκείνα που είχε κλείσει για να δει τι του συμβαίνει. Ο ματαιόδοξος είδε τον άντρα που πίστευε θα καταλάβει να προχωρά στο μπροστινό μέρος της αίθουσας. Ο ίδιος δε μπορούσε πια να πάει πουθενά. Ένας από τους ανθρώπους που πίστευε σε λίγο θα διατάζει άρχισε να πλησιάζει. Πέταξε πάνω του ένα μπουφάν, του έδωσε το αναψυκτικό του και κάθησε. Κάθησε πάνω του. Ήθελε να ουρλιάξει, μα δεν είχε στόμα και φωνή. Τι αναίδεια, τι αίσχος! Ήθελε να τινάξει χέρια-πόδια, να γκρινιάξει που του φέρθηκαν τόσο σκάρτα εκείνοι από ψηλά. Μα ένα κάθισμα δε μπορούσε να διαμαρτυρηθεί.

Οι θεοί είχαν ανοίξει πλέον μάτια και αυτιά. Βλέποντας την αίθουσα γεμάτη, τους ανθρώπους να περιμένουν να αρχίσει η ταινία και εκείνον στη μέση, στην προνομιακότερη των θέσεων, χαμογέλασαν. Για χρόνια τον ανάγκασαν να στέκεται εκεί, να υπομένει τους ανθρώπους να τον υποτάσσουν, να κάθονται επάνω του, να τον λερώνουν με τα αηδιαστικά τους φαγητά, να σκουπίζουν στην επιφάνειά του τα λιγδωμένα χέρια τους κι αυτός να είναι ανίκανος να παραπονεθεί. Και τον ανάγκασαν να βλέπει όλους τους διάσημους να περνάνε απ’ την οθόνη και να ακούει το θαυμασμό των άλλων και τα χειροκροτήματά τους. Κι όταν μετά από καιρό η αίθουσα ξηλώθηκε κάθισμα-κάθισμα, βρέθηκε σε μια χωματερή με άλλα σκουπίδια ένα σωρό, φθαρμένος, γεμάτος λεκέδες στην επιφάνειά του. Και όσο και να προσπαθούσε, το πνεύμα του είχε φυλακιστεί εκεί κι η τύχη του είχε ημερομηνία λήξης, όπως και οι μετενσαρκώσεις του. Κι οι μόνοι καθρέφτες που απέμεναν να αντανακλούν το πρόσωπό του ήτανε λαμαρίνες. Μα δε γυρνούσε καν να τις κοιτάξει.

_________________________________________

Advertisements

2 Responses to “Bardo Thodol”

  1. vasilakos March 30, 2011 at 2:01 pm #

    θα στο κλέψω κλασσικά για το Blogάκι μου… Well Done!

  2. Κωνσταντίνος Μ. April 10, 2011 at 5:09 am #

    Πλάκα κάνεις!
    Φοβερή ιστορία, μπράβο. 🙂

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: